Η αγαπημένη μου συνήθεια ως αναγνώστρια είναι, όταν πιάνω ένα βιβλίο στα χέρια μου, να ανακαλύπτω, όσο πιο γρήγορα γίνεται, τη σχέση- σύνδεση του τίτλου με το κείμενο. Έχω παρατηρήσει πως κάποια λέξη, φράση ή και συμπέρασμα που υπάρχει μέσα στο κείμενο χρησιμοποιείται συνήθως από τον συγγραφέα και ως τίτλος του βιβλίου του.
Βλέποντας λοιπόν τον πρωτότυπο, ομολογουμένως, τίτλο του νέου μυθιστορήματος του αγαπημένου συγγραφέα Γιάννη Καλπούζου, «Ἐρᾶν -Βυζαντινά αμαρτήματα», η περιέργεια μου για την επιλογή του ήταν, όπως καταλαβαίνετε!, πολύ μεγάλη. Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση διαπίστωσα, με έκπληξη, πως καμία λέξη, φράση ή συμπέρασμα δεν έπαιξε, όπως περίμενα, τον συνδετικό κρίκο τίτλου-κειμένου καθώς ο τίτλος τελικά αποδείχθηκε πως περιέκλειε έντεχνα τους δύο βασικούς άξονες στους οποίους κινήθηκε η αφήγηση.
«Ἐρᾶν -Βυζαντινά αμαρτήματα»
Ἐρᾶν: να ερωτεύεσαι, να αγαπάς. το απαρέμφατο του ρήματος εράω-ῶ χρησιμοποιείται από τον συγγραφέα για να υποδηλώσει πως στο νέο του πόνημα καταπιάνεται με μια ιστορία αγάπης ενώ ο υπότιτλος «Βυζαντινά αμαρτήματα» για να προσδιοριστεί η χρονική εποχή στην οποία την τοποθετεί με την πρωτεύουσα του Βυζαντίου, την Κωνσταντινούπολη, την Εικονομαχία, τις ίντριγκες και τις κοινονικοπολιτικές αμαρτίες της να πλάθουν τους ήρωες και να τους οδηγούν στη στράτα της πολυκύμαντης ζωής τους.
Η αφήγηση ξεκινά με μια πολύ έντονη σκηνή που εκτός από το να μας προκαλέσει πολλά συναισθήματα, μας προσδιορίζει και την χρονική περίοδο στην οποία τοποθετείται η μυθοπλασία καθώς η Βυζαντινή Αυτοκρατορία καλύπτει Ιστορία από τον 4ο μ.Χ αιώνα έως και τον 15ο με την Άλωση της Πόλης. Στην εν λόγω λοιπόν σκηνή βρισκόμαστε στο 766μ.Χ, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Ε’ ακολουθεί την πολιτική του πατέρα του Λέων του Γ’, ο οποίος στράφηκε κατά των εικόνων και του μοναχισμού. Η Λυγινή και ο Υάκινθος, οι δύο εκ των τριών ηρώων, διώκονται όντας μοναχοί. Λοιδορούνται, χλευάζονται και διαπομπεύονται μαζί με άλλους μοναχούς ως ξυλολάτρες ενώ συγχρόνως αποτελούν θέαμα για τους θεατές του Ιπποδρόμου που βρίσκονται στις ασφυκτικά γεμάτες κερκίδες του. Στο τέλος του ‘’θεάματος’’ οι δύο ήρωες βρίσκονται με έναν ανορθόδοξο τρόπο παντρεμένοι. Οι ζωές τους αλλάζουν άρδην. «Και τώρα τι;» αναρωτιέται ο Υάκινθος που η μέχρι πρότινος ζωή του συνδεόταν με τον μοναχισμό και μόνο και που ξαφνικά βρέθηκε παντρεμένος με την άγνωστη Λυγινή, την Λυγινή που όπως αναφωνεί: «... Λαχταρώ να ζήσω». Λαχταρά να γευτεί τον έρωτα.
Το ιδιόμορφο ζευγάρι θα περάσει δύσκολα. Μόνοι, μακριά από τα μοναστήρια, χωρίς πόρους και στήριξη.
Λίγους μήνες μετά οι συνθήκες θα τους οδηγήσουν στην Αθήνα, στην πόλη που η Λυγινή θα συναντήσει «εκ του οράν το εράν», στο πρόσωπο του Ροδανού, του τρίτου κεντρικού ήρωα της ιστορίας μας.
Ο Ροδανός και η Λυγινή θα γευτούν τον έρωτα και την αγάπη. Η Λυγινή θα τον λατρέψει και θα κάνει τα πάντα για να είναι μαζί του. Ο Ροδανός όμως κουβαλά μυστικά και αμαρτήματα...