Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2019

Συζητώντας με την συγγραφέα Τέσυ Μπάιλα!


    Η Τέσυ Μπάιλα απαντά στο ερωτηματολόγιο των ΒιβλιοΑναφορών και μας παρουσιάζει με τον δικό της μοναδικό τρόπο το νέο της βιβλίο, το «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές», το οποίο και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
     Η παραχώρηση της παρούσας συνέντευξης αποτελεί για το blog και για εμένα προσωπικά ιδιαίτερη τιμή καθώς «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη», το πρώτο δηλαδή βιβλίο που με έφερε σε επαφή με την γραφή της, οι «Άγιες θάλασσες» και το «Ουίσκι μπλε», που ακολούθησαν, με έκαναν να αγαπήσω την πένα της συγγραφέως και να την συγκαταλέξω στους αγαπημένους μου συγγραφείς μιας κι αυτή με το πλούσιο λεξιλόγιο και τα καλολογικά στοιχεία που χρησιμοποιεί μου προσφέρει νοερά ταξίδια, στα οποία όλες μου οι αισθήσεις ενεργοποιούνται και παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στο να κάνω βίωμα την κάθε λέξη. 
     Σας παροτρύνω λοιπόν όσοι δεν έχετε ακόμα διαβάσει κάποιο από τα βιβλία της συγγραφέως να το κάνετε σύντομα! Μέχρι τότε όμως διαβάστε την συνέντευξη κι ελάτε λίγο πιο κοντά στο έργο της Τέσυ Μπάιλα


1. Από τις 7 Φεβρουαρίου το νέο σας πόνημα, το «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές», απέκτησε μια θέση στις προθήκες των βιβλιοπωλείων! Αφού σας ευχηθώ να είναι καλοτάξιδο, θα σας ζητήσω να μας το παρουσιάσετε με τον δικό σας μοναδικό τρόπο. 

Σας ευχαριστώ πολύ για τις ευχές. Το μυθιστόρημα «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» είναι ένα ιστορικό και κοινωνικό μυθιστόρημα ενταγμένο πλήρως στο ιστορικό πλαίσιο που εκτείνεται από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα μέχρι και το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Περιγράφει έναν άνθρωπο που βρέθηκε στη δίνη των εξελίξεων και πέρασε όλη του τη ζωή, αναζητώντας έναν τρόπο να εκφράσει την καλλιτεχνική του ανησυχία, να βρει δρόμους στους οποίους θα διοχετεύσει τη μοναχική του φύση, σε μια εποχή δύσκολη και ακραία, κατά την οποία η τέχνη μοιάζει να μην έχει καμιά απολύτως αξία.
Έτσι λοιπόν από την τελευταία μεγάλη σφαγή των χριστιανών από τους Τουρκοκρητικούς, το 1898, μια ημερομηνία ορόσημο καθώς την ημέρα της σφαγής, στις 25 Αυγούστου, γεννιέται ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου και σηματοδοτείται η αρχή της Κρητικής Πολιτείας περνά στην Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα μερικά χρόνια αργότερα, κι από εκεί στους Βαλκανικούς πολέμους, στον Εθνικό Διχασμό, και από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο φτάνει στον Β΄. Σε όλη του την πορεία το μυθιστόρημα πραγματεύεται την ανθρώπινη περιπέτεια της προσωπικής αναζήτησης στην πάροδο ενός αιώνα διάστικτου από τα αποτελέσματα των  ιστορικών συγκυριών που σφράγισαν την εξέλιξη του κόσμου.
Ο κεντρικός ήρωας αυτού του βιβλίου θα γεννηθεί πάνω σε ένα καΐκι και από την πρώτη στιγμή θα νιώσει την ορφάνια, την απόρριψη αλλά και το ταλέντο του, καθώς μεγαλώνοντας δίπλα στον παππού του θα μάθει να αγαπάει το ξύλο και το χρώμα και να βάφει μικρά καραβάκια. Ύστερα από ένα ακόμη βίαιο περιστατικό με τον πατέρα του θα αποφασίσει να φύγει για να βρει μόνος του τον δρόμο του και η μεγάλη του περιπέτεια στη ζωή θα αρχίσει.
Από την αγκαλιά της θείας Λουλουδιάς, του παππού και της Μυρσίνης που μεγαλώνει στο σπίτι τους σαν αδελφή του, έχοντας χάσει τη μιλιά της μετά τα γεγονότα στο Ηράκλειο, στη ζωή του  θα μπουν νέοι άνθρωποι. Ο Μικέλε, ο επιστήθιος φίλος, που θα τον μάθει τι πάει να πει η χαρά της ζωής και θα τον οδηγήσει στη δημιουργία του πιο μεγάλου του ζωγραφικού έργου, η Ισιδώρα, ο ανεκπλήρωτος και ιδεατός έρωτας που θα τον βασανίζει πάντα, η κυρά Ευτέρπη, η Χριστίνα. Αλλά και οι τόποι εναλλάσσονται. Από το Ηράκλειο στα Χανιά και από εκεί στον Πειραιά και την Αθήνα. Κι ύστερα στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στη Μακεδονία. Για να καταλήξει ξανά στο πατρικό του σπίτι και να απομονωθεί έχοντας πρώτα μάθει ότι πολύ συχνά ο άνθρωπος χάνεται στα γρανάζια της μεγάλης Ιστορίας και πως ο πόνος μπορεί να γίνει η αφορμή για τη μεγάλη τέχνη.

2. Ποιο ήταν το πρώτο ερέθισμα που έπλασε στο μυαλό σας την υπόθεση του νέου σας βιβλίου;

«Η ζωή, ο θάνατος κι αναμεσίς η Τέχνη». Είναι μια φράση του Νίκου Εγγονόπουλου. Θα μπορούσα να πω πως αυτή η φράση έδωσε το πρώτο ερέθισμα για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις εκείνες που θα έδιναν μορφή στον κύριο ήρωα του βιβλίου, έναν ήρωα που η ιστορία του στροβιλίζεται πάνω σ’ αυτούς τους τρεις άξονες και γύρω από τις επιταγές της μεγάλης Ιστορίας. 

3. Διαβάζοντας ένα βιβλίο ψάχνω πάντα κάτω από τις λέξεις τα μηνύματα που ίσως θέλει ο συγγραφέας να μεταφέρει στους αναγνώστες του. Μπορείτε να μοιραστείτε μαζί μας ένα μήνυμα που οι κεντρικοί ήρωες του νέου βιβλίου σας, θέλουν οπωσδήποτε εμείς οι αναγνώστες να το ''παραλάβουμε'';

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2019

Ο ανεπιθύμητος νεκρός-Γιώργος Πράτανος

 Ο δημοσιογράφος Γιώργος Πράτανος στον Ανεπιθύμητο νεκρό σκιαγραφεί τις στιγμές από το θάνατο του σπουδαίου λογοτέχνη Νίκου Καζαντζάκη στο Φράμπουργκ της Γερμανίας έως και τον συγκινητικό αποχαιρετισμό των Κρητών στον προμαχώνα Μαρτινέγκο, με το παρασκήνιο της ταφής να προσυπογράφει τον τίτλο του βιβλίου καθώς ο Νίκος Καζαντζάκης θεωρήθηκε ‘’ανεπιθύμητος’’ ακόμα κι ως νεκρός για την Εκκλησία, το κράτος και για κάποιες ακραίες θρησκευτικές ομάδες που τον πολέμησαν έως και την ύστατη στιγμή.

     Η αφήγηση ξεκινά το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου του 1957 όταν ο σπουδαίος Νίκος Καζαντζάκης μετά από επιπλοκές στην υγεία του αφήνει την τελευταία του πνοή έχοντας στο πλευρό του την σύζυγό του Ελένη Καζαντζάκη. Ένας νέος ανήφορος μόλις ξεκινά. Η χήρα του Καζαντζάκη και οι φίλοι του έκτος από τον πόνο της απώλειας καλούνται να διαχειριστούν και να ξεπεράσουν τα εμπόδια που οι πολέμιοι του Καζαντζάκη ακόμα και τώρα όντας νεκρός συνεχίζουν να στήνουν. 
     Η σορός μεταφέρεται οδικώς στην Ελλάδα και έχει τελικό προορισμό τον τόπο ταφής της, το Ηράκλειο της Κρήτης, κι ενώ συνοριοφύλακες αφήνουν να περάσει η νεκροφόρα χωρίς έλεγχο αποδίδοντας μ’ αυτή την κίνηση φόρο τιμής στον σπουδαίο λογοτέχνη, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Θεόφιλος φοβούμενος τις αντιδράσεις φανατικών θρησκόληπτων καθώς και ακροδεξιών στοιχείων κρατά κλειστές τις πόρτες των ναών της πρωτεύουσας εμποδίζοντας να τεθεί σε λαϊκό προσκύνημα και απαγορεύει στους ιερείς να ψάλουν την εξόδιο ακολουθία. Το φέρετρο διανυχτερεύει στο νεκροθάλαμο του Α’ Νεκροταφείου Αθηνών και το πρωί με πτήση που ναυλώνει ο Ωνάσης πετά για το Ηράκλειο, τον τόπο που γεννήθηκε ο Καζαντζάκης και που τα χώματα του περιμένουν την επιστροφή του...
     Σ’ αυτό το αεροπλάνο θα επιβιβαστεί και ο δημοσιογράφος Φρέντυ Γερμανός που παρά το νεαρό της ηλικίας του ο εκδότης της του, του ανέθεσε την δημοσιογραφική κάλυψη της κηδείας. Έτσι μέσα από την δημοσιογραφική ματιά του και την επιτόπια έρευνα του οι αναγνώστες θα βιώσουν τις τελευταίες στιγμές του Καζαντζάκη, του μεγάλου λογοτέχνη που οι μηχανορραφίες των πολέμιών του του στέρησαν το Νόμπελ Λογοτεχνίας κατηγορώντας τον για αθεΐα και διαφθορέα των νέων με την Εκκλησία να φτάνει πολύ κοντά στον αφορισμό του χωρίς ωστόσο να τα καταφέρνει.     

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2019

Η μαγισσούλα που έτρωγε γράμματα-Χρυσάνθη Τσιαμπαλή

    Η μαγισσούλα Φριντανίτα είναι στενοχωρημένη. Όλα δείχνουν πως  οι μαγικές της ικανότητες έχουν χαθεί. Ο φίλος της ο Σταύρος της ζήτησε νωρίτερα να κάνει τα μαγικά της ώστε να μεγαλώσουν τα αυτιά του καθώς είναι τόσο μικρά που δεν ακούει τις εντολές του αφεντικού του κι εκείνη κουνώντας το ραβδί της πέταξε τα ξόρκια της: «Άφρα μάφρα σάλα,τα αυτιά του Σταύρου να γίνουν μεγάλα!».  Αντί  όμως τα αυτιά του να γίνουν μεγάλα... ουπς στο κεφάλι του Σταύρου φύτρωσε ένα ποτήρι... γάλα! 
     Και σαν να μην έφτανε αυτό όταν η ξαδέρφη της, της ζήτησε να της κάνει τα μαλλιά της μαύρα που μετά την τελευταία βαφή είχαν γίνει καροτί όχι μόνο δεν έγιναν μαύρα αλλά εμφανίστηκε στο κεφάλι της μια καταπράσινη... σαύρα. 
Τι έπαθε; 
Τι θα κάνει; 
Που πήγαν οι μαγικές της ικανότητες; 
Και μάλιστα τώρα που σε λίγες ώρες είναι ο διαγωνισμός για την ανάδειξη  της καλύτερης μαγισσούλας της πόλης. 
     Πηγαίνοντας στο διαγωνισμό θα διαπιστώσει πως και οι φίλες της αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα. Η αρχιμάγισσα  Αναφανδίνα που καλεί την κάθε μαγισσούλα και της ζήτα με ένα ξόρκι άλλοτε να μετατρέψει κάτι κι άλλοτε να της εμφανίσει πράγματα, βλέπει την μία μετά την άλλη να αποτυγχάνει. Τι φταίει κι αντί για παγίδες που ζητά τις εμφανίζουν ξαφνικά γίδες και αντί για μήλα μια καμήλα; Ποιος ευθύνεται για όλα αυτά; Δεν μπορεί όλες οι μαγισσούλες να είναι τόσο αδέξιες στα ξόρκια.
     Και η Πριφινέλα, μια μάγισσα ζηλιάρα με πράσινα μαλλιά, τι κάνει στο διαγωνισμό...;

     «Η μαγισσούλα που έτρωγε γράμματα» της Χρυσάνθης Τσιαμπαλή είναι ένα βιβλίο με το οποίο οι μικροί αναγνώστες θα γελάσουν πολύ με τα αστεία αποτελέσματα των αποτυχημένων ξορκιών, θα καταλάβουν την αξία των λέξεων, των συλλαβών και της ορθογραφίας και θα εκπλαγούν με το φινάλε καθώς τίποτα δεν οδηγούσε σ’αυτό. Πρόκειται λοιπόν για ένα χιουμοριστικό παιχνίδι λέξεων που μαζί με την όμορφη και ζωηρή εικονογράφηση καθώς και τις δραστηριότητες που συναντάμε στις τελευταίες του σελίδες προκαλεί το ενδιαφέρον της ανάγνωσής του και προσφέρει στα παιδιά όμορφες στιγμές κατά την διάρκεια της!
     Διαβάστε το στα παιδιά σας!

Βαθμολογία 5/5
Βιογραφία συγγραφέως

Στοιχεία Βιβλίου
Τίτλος: Η μαγισσούλα που έτρωγε γράμματα
Συγγραφέας: Χρυσάνθη Τσιαμπαλή-Κελεπούρη
Εικονογράφηση: Μις Μόλυβ
Εκδ.: Ψυχογιός
Ημερ.Εκδ.: Ιανουάριος 2014
Σελ.: 56
Ηλικία:5-6

Δήμητρα Κωλέτη

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2019

Λιανοκέρια της μικρής Πατρίδας-Θοδωρής Παπαθεοδώρου


    Μετά τις «Γυναίκες της μικρής Πατρίδας», τα Λιανοκέρια, τα ισχνά, ευάλωτα κεράκια της μακεδονικής γης με την ζωηρή μα συνάμα και την εκτεθειμένη φλογίτσα τους, όπως είναι η μικρή Βάσιλκα που μετά την εξέγερση του Ίλιντεν τρέχει στα κακοτράχαλα βουνά της Μακεδονίας για να γλιτώσει από τις επιθέσεις των Βούλγαρων και τα αντίποινα των Τούρκων, όπως είναι ο Μήλιος και η Ανθή, οι μόνοι επιζώντες από την σφαγή στο χωριό τους, στέκουν μπρος στον άνεμο που σηκώνει ο Αγώνας των Μακεδόνων. 

   Ο αγαπημένος συγγραφέας Θοδωρής Παπαθεοδώρου συνεχίζει την αφήγηση του με το ίδιο ύφος, την ίδια ένταση συνδέοντας αρμονικά τις Γυναίκες με τα «Λιανοκέρια της μικρής Πατρίδας», στις σελίδες του οποίου φωτίζει μέσα από τους παλιούς και νέους ήρωες που σκιαγραφεί τα γεγονότα και τις συνθήκες που επικρατούσαν στη σκλάβα πατρίδα από την σλαβική εξέγερση του Ίλιντεν και μετά έως και το λυκόφως του 1904.
       Πριν συναντήσουμε όμως τους ήρωες και την πορεία τους, ο συγγραφέας μας υποδέχεται με ένα ποίημα που μας προϊδεάζει και που χαρακτηρίζει απόλυτα τους υπαρκτούς και μη ήρωες του, τις «Θερμοπύλες» του Κ.Π. Καβάφη, ένα ποίημα σύμβολο για την αυτοθυσία και την προάσπιση των αξιών ακόμα κι όταν διαφαίνεται πως τελικά θα κάνει την εμφάνιση του ο Εφιάλτης.

       Ιδανικά κι αξίες. Άνθρωποι που φυλάσσουν Θερμοπύλες..., όπως η διδασκάλισσα Αρετή που τον Μάρτιο του 1904 στέκεται στο παράθυρο του πατρικού της στην Αθήνα θυμούμενη τη σφαγή στο Ράκοβο, το εξοντωτικό τρέξιμο της μαζί με την μικρή της μαθήτρια τη Βάσιλκα στα μακεδονικά βουνά ώστε να γλιτώσουν από την λαίλαπα της σλαβικής εξέγερσης, την διάσωση τους και την νοσηλεία τους σε διαφορετικά νοσοκομεία στο βιλαέτι του Μοναστηρίου με την υποχρεωτική, από τον πατέρα της, επιστροφή στην Αθήνα. Η Αρετή λοιπόν στέκεται μπροστά στο παράθυρο της και θυμάται, αγωνιά για την τύχη της εξάχρονης Βάσιλκας που έμεινε πίσω στη φλεγόμενη Μακεδονία μόνη κι απροστάτευτη μα κυρίως θλίβεται για την στάση που κρατά το κράτος και η αθηναϊκή ελιτ στο μακεδονικό ζήτημα που όπως εύστοχα περιέγραψε ο ξάδερφός της Ιων Δραγούμης σε ένα γράμμα που της απέστειλε τους χαρακτηρίζει: «μετριότητα, κενοδοξία, ψοφιοσύνη και αισχρός ύπνος»(σελ. 57).
      Η Φωτεινή, η δεύτερη κεντρική ηρωίδα, συνεχίζει να φυλάσσει Θερμοπύλες... Την ανταμώνουμε στη Θεσσαλονίκη εκεί που ζει με τον πατέρα της, εκεί που ο έρωτας με τον Μάνο Παπαδάκη παίρνει άλλη μορφή, εκεί που αναλαμβάνει αποστολές για τον Αγώνα μεταφέροντας στην ιατρική της τσάντα κωδικοποιημένα μηνύματα, εκεί που όταν γίνεται Πρόξενος Θεσσαλονίκης ο Λάμπρος Κορομηλάς και ο Αγώνας μπαίνει σε νέα φάση με τις οργανώσεις να μπαίνουν υπό τη σκέπη του Προξενείου, αναλαμβάνει την δυσκολότερη αποστολή: να μπει ως νοσοκόμα στον Κιλκίς Μαχαλέ, την συνοικία των Βούλγαρων στη Θεσσαλονίκη ώστε να βολιδοσκοπήσει τις επόμενες κινήσεις των Εξαρχικών.

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2019

Ο σελιδοδείχτης μου σταματά...

...στις σελίδες 346-9 στα Λιανοκέρια της μικρής Πατρίδας του Θοδωρή Παπαθεοδώρου!
(Ο Παύλος Μελάς και το Σώμα του φτάνει στην Μονή Αγίου Νικολάου Καστοριάς μετά από μια ανησυχητική καθυστέρηση (τους περίμεναν 10 μέρες νωρίτερα) για όσους τους ανέμεναν. Η σκηνή της άφιξης  που περιγράφει ο Θοδωρής Παπαθεοδώρου είναι τόσο όμορφα δοσμένη που προκαλεί συγκίνηση, δέος και αισθήματα τιμής για σύμβολα όπως είναι η σημαία(που κάποιοι στις μέρες μας την λοιδορούν, κάποιοι την καπηλεύονται, κάποιοι την καίνε, κάποιοι την προδίδουν ...) και ανθρώπους που τάχθηκαν στον Αγώνα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας και πότισαν τις ίνες της γαλανόλευκης με το αίμα τους.)     


Ξημέρωνε Κυριακή κι όλοι οι μοναχοί ήταν μαζεμένοι στο καθολικό για τον όρθρο. Μόλις είχε σημάνει το τρίτο τάλαντο, όταν χτυπήματα ακούστηκαν στη δρύινη εξώπορτα του μοναστηριού. Ο ηγούμενος διέκοψε την Ενάτη Ωδή, μόλις άκουσε τον βαρύ γδούπο. Αχάραγα ήταν ακόμη, το αχνό φως ίσα που ξάνοιγε λιγάκι τα μικρά παραθύρια της εκκλησιάς. Το εσωτερικό της φωτίζονταν από τα κεριά στα μανουάλια και από τα λιγοστά καντήλια που έκαιγαν μπροστά στα εικονίσματα και στο σκαλιστό τέμπλο...
«Ποιος να είναι τέτοια άγρια ώρα;» αναρωτήθηκε αναστατωμένος ο ηγούμενος. Δεν ήταν συνηθισμένοι σε επισκέψεις, πολύ περισσότερο πριν χαθούν ακόμη καλά καλά τα μαύρα σκοτάδια της νύχτας.
«Κάποιος πιστός για τη Θεία Λειτουργία που θα ακολουθήσει;» αναρωτήθηκε ο γέρος Ιωακείμ που έστεκε στο ψαλτήρι δίπλα στην Ιερή Πύλη.
Κράτησαν ησυχία για λίγο και τέντωσαν τα αυτιά τους. Για μια δυο στιγμές δεν ακούστηκε τίποτα πέρα από το τσιτσίρισμα του λαδιού που καιγόταν στα καντήλια. Κατόπιν οι χτύποι άρχισαν να δυνατότεροι και πιο πυκνοί.
«Σύρε παιδί μου να δεις ποιος είναι» έδωσε εντολή ο ηγούμενος στο καλογεροπαίδι που κράταγε το θυμιατό.
«Δεν είναι ένας, είναι πολλοί» δήλωσε με σιγουριά ο γέροντας Ιωακείμ. «Καλύτερα να μην πάει το παιδί, θα αγριευτεί. Καλύτερα να πάω εγώ» προθυμοποιήθηκε.«Έρχομαι μαζί σου...»
«Όχι!» τον έκοψε απότομα ο γέροντας. «Πρέπει να μείνεις να ολοκληρώσεις τον όρθρο...»
Ο ηγούμενος... συνέχισε την ωδή που είχε αφήσει στην μέση, απλώνοντας τα χέρια μπροστά και σηκώνοντας ταπεινά το βλέμμα στο κέντρο της οροφής...
Όταν τα κατέβασε, το στόμα του έμεινε ορθάνοικτο... συνέχισε την ψαλμωδία με χείλη τρεμάμενα...
Συνάμα, ένα σούσουρο σηκώθηκε μέσα στο μικρό καθολικό από τους καλογέρους που σταυροκοπιόνταν...
Μέσα στο χαμηλόσκεπο ιερό χώρο, ανάμεσα σε υποβλητικές σκιές και φωτισμούς είχαν μπει, ευλαβικά, μια τριανταριά αντρικές μορφές. Τα πρόσωπά τους κουρασμένα και ταλαιπωρημένα, ίδια με τα λιπόσαρκα των αγίων στα εικονίσματα ...

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2019

Το καπλάνι της βιτρίνας-Άλκη Ζέη


     «Το καπλάνι της βιτρίνας» είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Άλκης Ζέης, γράφτηκε το 1963 όταν ήταν εξόριστη στη Μόσχα ως πολιτική πρόσφυγας, θεωρείτε αυτοβιογαφικό, το 1968 βραβεύτηκε στις ΗΠΑ ως το καλύτερο ξένο παιδικό βιβλίο ενώ το 2007 πήρε το βραβείο Άντερσεν. 

      Πρωταγωνιστές του βιβλίο είναι δυο μικρές αδερφές, η Μυρτώ και η Μέλια, με την δεύτερη να μας αφηγείται την ιστορία του καπλανιού. Τι είναι τώρα το καπλάνι; Ένας βαλσαμωμένος τίγρης που έχει ένα μάτι μαύρο κι ένα μπλε, το μαύρο το ανοίγει, στην φαντασία των παιδιών, όταν είναι θυμωμένο ή για να προμηνύσει μια μεγάλη δυσάρεστη αλλαγή ενώ το μπλε στις μέρες της νηνεμίας, και βρίσκεται στην βιτρίνα της σάλας του σπιτιού τους. Το καπλάνι αποτελεί πηγή έμπνευσης για τον ξάδελφο των κοριτσιών, τον Νίκο, που είναι φοιτητής στην Αθήνα και που κάθε καλοκαίρι τον περιμένουν μαζί με την παρέα φίλων στα τσαρδάκια του Λαμαγαρίου να γυρίσει στο νησί τους, στην Σαμο, και να τους διηγηθεί τις εμπνευσμένες ιστορίες του με πρωταγωνιστή το καπλάνι. 
     Αυτά το καλοκαίρι, γιατί τις υπόλοιπες εποχές του χρόνου η ζωή των κοριτσιών κινείται γύρω από τους αρχαίους μύθους που τους διηγείται ο παππούς τους, ο παππούς που αγαπά τους αρχαίους και τον αποκαλούν σοφό, απ’ την κατ’ οίκον διδασκαλία με δάσκαλο τον πολυμαθή παππού καθώς τα κορίτσια δεν πηγαίνουν σε δημόσιο σχολείο λόγω πληρότητας και σε ιδιωτικό λόγω υψηλών διδάκτρων και απ’ τις ανιαρές χειμωνιάτικες στιγμές του νησιού. Τα βράδια πριν κοιμηθούν δεν λένε καληνύχτα η μία στην άλλη, το καληνύχτισμά τους είναι ένα κωδικοποιημένο νοιάξιμο: ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ; (Ευτυχισμένη; Λυπημένη;) ρωτά η μία την άλλη και όταν ο ψυχικός κόσμος της ερωτώμενης είναι ήρεμος και ικανοποιημένος απαντά ΕΥ-ΠΟ όταν είναι ανταριασμένος ΛΥ-ΠΟ. Η ανία τους πάει πάντα διακοπές το καλοκαίρι, τότε που οι μικρές πηγαίνουν να παραθερίσουν με τον παππού, την θεία Δέσποινα και την Σμηρνιά υπηρέτρια, την Σταματίνα, στην περιοχή του Λαμαγαρίου και συναντούν την παρέα τους όπου και χαίρονται το παιχνίδι, τη θάλασσα... Συναντούν και τον Νίκο που επιστρέφει στο νησί και τους παρασύρει στις ιστορίες του καπλανιού.

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

Οι κόρες της Ελλάδας 2: Ο διχασμός-Φιλομήλα Λαπατά

     Στο 2ο βιβλίο της σειράς ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, στο «Διχασμό», η κόρη της Λέγκως Βαρβαρέσου, της ηρωίδας του 1ου βιβλίου, και του  Ροβέρτου Δούκα καταγράφει στο ημερολόγιο της τα γεγονότα και τις επιλογές τόσο της δικής της ζωής όσο και των προγόνων της καθώς όπως εύστοχα σημειώνει: «Είναι όλα αποτυπωμένα στα κόκαλά μου, μπλεγμένα στη μυστική αρχιτεκτονική των οστών μου. Έχουν τη δική τους μυστική αρχιτεκτονική τα οστά μας. Αυτό έχω καταλήξει να πιστεύω. Εκεί, πάνω στη λεία επιφάνεια τους, χαραγμένο βρίσκεται όχι μόνο το δικό μας παρελθόν, αλλά και αυτό των προγόνων μας». (σελ.36) Γράφει λοιπόν για την ζωή της, τις λανθασμένες επιλογές της που διχάζουν το είναι της και το άμεσο οικογενειακό της περιβάλλον, γράφει για την ζωή των προγόνων της γιατί όλα είναι κρίκοι άρρηκτα συνδεδεμένοι στην αλυσίδα του πεπρωμένου της. 
      Λίγο πριν όμως η Ελισάβετ πιάσει την πένα της και γεμίσει τις σελίδες του ημερολογίου της με πάθη, διχασμούς, και αναπόφευκτα γεγονότα η αγαπημένη συγγραφέας Φιλομήλα Λαπατά μας περιγράφει την Αθήνα του 1843, την πρωτεύουσα από το 1833 του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, με τους φανοκόπους να ανάβουν στους ασχημάτιστους δρόμους τα φανάρια του λαδιού, με τα σκίνα να ευωδιάζουν και να καλύπτουν την μυρωδιά των Κατσικάδικων, με τους γυρολόγους να διαλαλούν την πραμάτεια τους, την Αθήνα που κάτω από την αίγλη της Ακρόπολης μα και την παρέμβαση υπό την μορφή δανείων (τι μας θυμίζει αυτό...;) των Μεγάλων Δυνάμεων μαγνητίζει με το εμβληματικό παρελθόν της. 
     Σ’ αυτή την Αθήνα του 1843 στις 4 Σεπτεμβρίου, σε μια σημαντική ιστορική στιγμή για την Ιστορία της Ελλάδας, μιας και ο Όθωνας μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου παραχωρεί Σύνταγμα, απέναντι από τα Ανάκτορα, στο μέγαρο Δούκα έρχεται στην ζωή η Ελισάβετ Δούκα. Λίγο πριν η νύχτα αποσύρει τον μανδύα της στα σκαλιά του ίδιου μεγάρου η πόρνη Ζηνοβία Σπίνου αφήνει τη νόθα κόρη της. Η Λέγκω τότε θα αγκαλιάσει με στοργή τα δύο μωρά και θα αποφασίσει να τα μεγαλώσει με την ίδια αγάπη, το ίδιο δόσιμο. Έτσι η Ελισάβετ και η  Οδύσσεια θα μεγαλώσουν μαζί σαν αδερφές μέσα στην πολυτέλεια και τις ανέσεις της μεγαλοαστικής οικογένειας τους.