Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εφηβική Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εφηβική Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Απριλίου 2021

Ο φύλακας στη σίκαλη- J.D. Salinger

     
Στο "Φύλακα στη σίκαλη" του Salinger, ο ήρωάς του, ο Χόλντεν Κώλφηντ ένας δεκαεξάχρονος έφηβος περιπλανιέται για τρεις σχεδόν μέρες στους δρόμους της χριστουγεννιάτικης Νέας Υόρκης. Έχει αποβληθεί από το σχολείο του, για άλλη μια φορά, και αντί να επιστρέψει στο σπίτι του, φοβούμενος προφανώς την κατσάδα των γονιών του, νοικιάζει ένα δωμάτιο σε ένα ξενοδοχείο και περνά τρεις μέρες γεμάτες αναμνήσεις, οι οποίες μας πληροφορούν για την οικογένειά του και για ο,τι έχει βιώσει μέχρι στιγμής, αλκοόλ, συναντήσεις από το  παρελθόν, εσωτερικούς μονολόγους καθώς και ζητήματα υπαρξιακού τύπου που τριβελίζουν τη σκέψη του.
     Ο Χόλντεν είναι ένας καταθλιπτικός ήρωας με σκέψεις που φανερώνουν αμφισβήτηση και ματαίωση για την ζωή, λόγω της ηλικίας του, μιας και βρίσκεται στο μεταίχμιο της ενηλικίωσης του κάτι που τον ταράζει και επηρεάζει όπως είναι φυσικό τον εσωτερικό του κόσμο. Ο έφηβος θέλει με νύχια και με δόντια να μείνει στον κόσμο των παιδιών, στην αθωότητα και στην ασφάλεια που χαρακτηρίζει την παιδική ηλικία. Ο Χόλντεν λοιπόν δε θέλει να περάσει στον κόσμο των μεγάλων, οι κινήσεις, οι σκέψεις καθώς και η αιτιολογία του ίδιου του τίτλου το δηλώνουν κατηγορηματικά: "Τέλος πάντων, να, φαντάζομαι όλα κείνα τα πιτσιρίκια να παίζουνε ένα παιχνίδι σ’ ένα μεγάλο σικαλοχώραφο και τα ρέστα. Χιλιάδες πιτσιρίκια, και δεν είναι κανένας εκεί - θέλω να πω, κανένας μεγάλος - εκτός από μένα. Και γω στέκομαι φύλακας, στο χείλος ενός τρελογκρεμού. Αυτό που πρέπει να κάνω, είναι να τα πιάνω άμα κάνουνε να πέσουνε στο γκρεμό -θέλω να πω, άμα τρέχουνε και δε βλέπουνε πού πάνε, πρέπει να πετάγομαι από κάπου και να τα πιάνω. Αυτό θα κάνω όλη μέρα. Θα ‘μαι μονάχα ο φύλακας στη σίκαλη..."

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021

Κόκκινη μεταξωτή κορδέλα- Lucy Adlington

     Άουσβιτς 1943... και η σύζυγος του διοικητή του στρατοπέδου, η Χέντβιχ Ες, στήνει ένα εργαστήριο ραπτικής, ώστε να ράβουν τα συνολάκια τους οι γυναίκες των αξιωματικών και οι γυναίκες Φρουροί του στρατοπέδου. Τι κι αν σ’ αυτό το στρατόπεδο εκατομμύρια ψυχές θανατώνονται στη γκιλοτίνα της παράνοιας του Γ’ Ράιχ; Τι κι αν σκελετωμένες μορφές φορώντας τις ριγέ στολές τους ακροβατούν ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο; Για τους Ναζί η ζωή συνεχίζεται ανεπηρέαστη τόσο που, ακόμα και μέσα στο σφαγείο του Άουσβιτς, ο καλλωπισμός τους είναι ανώτερος και με αξία μεγαλύτερη από αυτή των ανθρώπων που έχουν βάλει στη λίστα του θανάτου: Εβραίων, πολιτικών αντιφρονούντων, ομοφυλόφιλων, ατόμων με αναπηρία.
     Στηριζόμενη σ’ αυτό το ιστορικό γεγονός, η Lucy Adlington πλάθει τη μυθοπλασία του νεανικού βιβλίου της «Κόκκινη μεταξωτή κορδέλα».
     Μέσα σ’αυτό το εργαστήρι λοιπόν, βάζει την ηρωίδα της, την Έλλα, η οποία και σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση μας μιλά για τον αγώνα επιβίωσης της στο σκληρό και απάνθρωπο Άουσβιτς. Η Έλλα είναι μια μικρή έφηβη Εβραϊκής καταγωγής, η οποία και συλλαμβάνεται και στέλνεται στο στρατόπεδο το 1944. Είναι ένα δυναμικό κορίτσι και χάρης αυτού του στοιχείου του χαρακτήρα της διεκδικεί μια θέση στο εργαστήρι Υψηλής Ραπτικής, όπως ονομάζεται το παράπηγμα. Και την κερδίζει αυτή τη θέση καθώς εκτός από δυναμισμό διαθέτει και ταλέντο στην κοπτοραπτική. Άλλωστε είχε την καλύτερη δασκάλα, την γιαγιά της, που την εντρύφησε στην τέχνη και της εμφύσησε την αγάπη για τα υφάσματα και την μετατροπή τους σε καλαίσθητα ρούχα. 
       Εκεί θα γνωρίσει τη Ρόουζ. Η Ρόουζ είναι πολιτική κρατούμενος, κόρη συγγραφέων, ευαίσθητη και ονειροπόλα. Πλάθει ιστορίες και χάνεται μέσα σ’ αυτές και είναι αυτές οι ιστορίες που την κρατούν όρθια στο ζόφο του στρατοπέδου. Η Ρόουζ είναι το ακριβώς αντίθετο από την Έλλα που την χαρακτηρίζει, εκτός από τον δυναμισμό που προανέφερα, ο ρεαλισμός και η αποφασιστικότητα. Τα δυο κορίτσια γίνονται φίλες και η μία στηρίζει την άλλη, η μία αλληλοσυμπληρώνεται από την άλλη. Η Έλλα, μέσω των διασυνδέσεων της, βρίσκει για τη Ρόουζ τρόφιμα και φάρμακα, όταν τα χρειάζεται, και η Ρόουζ της δίνει την ελπίδα για να αντέξει, ώστε να κάνει το όνειρο της πραγματικότητα με την λήξη του πολέμου :

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2019

Τα βράδια ονειρεύομαι ότι είμαι σπίτι μου-Βαγγέλης Ηλιόπουλος

     Ένα μάρμαρο σμιλεύεται. Στα χέρια του δημιουργού του παίρνει μορφή. Το καλέμι χτυπά και κάθε χτύπος δίνει μορφή στο άμορφο μέχρι τότε υλικό. Μόνο μορφή; Ποιος είπε πώς τα γλυπτά, τα αγάλματα και γενικότερα τα έργα τέχνης έχουν μόνο μορφή; Το καλέμι χτυπά... τακ, τακ, τακ, κι είναι ο κάθε χτύπος μια νέα βελονιά στο κεντίδι της ψυχής του δημιουργήματος. Γιατί, ΝΑΙ !, κάθε έργο τέχνης έχει ψυχή! Και μια τέτοια ψυχή μάς μιλά στο βιβλίο του Βαγγέλη Ηλιόπουλου «Τα βράδια ονειρεύομαι ότι είμαι σπίτι μου».

     Η ψυχή της αρπαγμένης Καρυάτιδας μάς μιλά και, με πρωτοπρόσωπη αφήγηση, μας διηγείται την ιστορία της. Μας μιλά και θυμάται!
     Θυμάται τον τόπο καταγωγής, το σπιτικό, την οικογένειά της, τον αττικό ουρανό και το φως του. Θυμάται την βίαιη αρπαγή της απ’ το ζεστό σπιτικό της, την πώληση της -αλήθεια, πώς πουλάς κάτι που έχει ψυχή;- και την ξενιτιά που βιώνει ‘’φιλοξενούμενη’’ στο Βρετανικό Μουσείο.  Κι είναι οι θύμησές της γεμάτες καημό, παράπονο, μελαγχολία μα και ελπίδα. Ελπίδα... Ελπίδα πως κάποτε θα γυρίσει και θα γεμίσει την κενή θέση του σπιτιού της. Μέχρι να γίνει αυτό, όπως η ίδια εξομολογείται: «Τα βράδια ονειρεύομαι ότι είμαι σπίτι μου»...

     Ένα υπέροχο κείμενο στο οποίο ο συγγραφέας κοινωνεί την ιστορία της κλεμμένης Καρυάτιδας με σκοπό να αποκτήσει ο μικρός αναγνώστης γνώση και σεβασμό της πολιτιστικής ταυτότητας του τόπου μας. Ο μονόλογος της Καρυάτιδας γίνεται με λόγια απλά και προτάσεις κοφτές που δηλώνουν τα γεγονότα (Με άρπαξαν. Με πούλησαν.) και τα συναισθήματα (Μοναξιά κι υπομονή. Ελπίζω.) που βιώνει με τρόπο που τίποτα και κανείς δεν μπορεί να τα αμφισβητήσει και να μη τα νιώσει αντίστοιχα.  
     Το κείμενο συνοδεύεται από μια εξαιρετική εικονογράφηση! Κάθε σελίδα του αποτελεί έναν μοναδικό πίνακα ζωγραφικής! Ο εικαστικός Χαρίτων Μπεκιάρης παρουσιάζει στις πρώτες σελίδες την ψυχή του δημιουργήματος ως πουλί, το οποίο είναι φυλακισμένο σε ένα σιδερένιο γκρίζο κλουβί. Όσο η αφήγηση προχωρά το πουλί-ψυχή βιώνει την αρπαγή και τον πόνο με την αποκάλυψη της ταυτότητας της Καρυάτιδας να γίνεται σταδιακά. Συγκλονιστικό στοιχείο είναι η κόκκινη κλωστή που κρατά το πουλί-ψυχή από την στιγμή της αρπαγής του έως και το τέλος της αφήγησης, η οποία και κόκκινη κλωστή συνδέει το ακρωτηριασμένο μνημείο με την αρπαγμένη-ξενιτεμένη Καρυάτιδα. 
     Την τελευταία σελίδα θέλω -πραγματικά!- να την κάνω κάδρο! Μ' άγγιξε... Είναι συγκλονιστική! 
      Συγχαρητήρια στους δημιουργούς!
      Διαβάστε το βιβλίο! Επιβάλλεται να κατέχει μια θέση στα ράφια της βιβλιοθήκης των παιδιών σας!

Βαθμολογία 5/5

Στοιχεία Βιβλίου:
Συγγραφέας: Βαγγέλης Ηλιόπουλος
Εικονογράφηση: Χαρίτων Μπεκιάρης
Εκδ.: Παιδική Νομική Βιβλιοθήκη
Σειρά: Μικρά Βήματα-Μεγάλοι Δρόμοι
Ημερ.Εκδ.: Φεβρουάριος του 2019 
Σελ.; 32

Τρίτη 12 Μαρτίου 2019

Το Παλιόπαιδο-Αγγελική Δαρλάση

     «Φτώχεια δεν είναι μόνο η έλλειψη τροφής και στέγης. Φτώχεια είναι το να αισθάνεσαι Κανένας, το να στερείσαι ταυτότητας»: με αυτά τα λόγια η Αγγελική Δαρλάση ξεκινά την ιστορία του ‘’Παλιόπαιδιου’’, ενός παιδιού που μεγαλώνει με έναν απόντα πατέρα, με τα λιγοστά τραγούδια της άρρωστης μητέρας να του ομορφαίνουν κάπου κάπου την μοναχική και θλιμμένη ζωή του, με λίγα χάδια και ακόμα λιγότερα φιλιά, ενός παιδιού που στερείται το συναίσθημα.
     Το παλιόπαιδο είναι ένα παιδί φτωχό, με ρούχα ξένα πάνω του, ένα κοντό παντελόνι, ένα φαρδύ παλτό που το σκούρο χρώμα του ενίσχυε το θλιμμένο είναι του, και που όταν ακούει τη μητέρα του να του λέει πως «Όταν αυτό το παλτό θα σου κάνει, θα πει πως ήρθε η ώρα να γίνεις κι εσύ... Κάποιος. Κι ευτυχισμένος!» στρέφει το βλέμμα του στα αστέρια και αναρωτιέται: Πώς θα μπορούσε να γίνει κάποιος... κι ευτυχισμένος; Και πού όντας φτωχός;
     Είναι ένα παιδί που ξεχάστηκε το όνομά του και που όλοι πλέον το φωνάζουν παλιόπαιδοένα προσωνύμιο που το απέκτησε γιατί κάποτε έκλεψε λίγο ψωμί για να χορτάσει την πείνα του και ένα ζευγάρι κάλτσες για να ξεγελάσει τις κρύες νύχτες. Όλοι το φωνάζουν παλιόπαιδο γιατί είναι το πιο φτωχό, το πιο θλιμμένο από τα υπόλοιπα φτωχά, παραγκωνισμένα και θλιμμένα παιδιά της φτωχογειτονιάς του, μιας φτωχογειτονιάς στην οποία τα παιδιά συγκροτούν συμμορίες με ορισμένες από αυτές να μην είναι και τόσο αθώες αφού τα μέλη της που βρίσκονται υπό την προστασία και τις διαταγές του αρχηγού ληστεύουν ανθρώπους στους δρόμους. Σε μια τέτοια συμμορία θα μπει και το Παλιόπαιδο, άλλωστε θέλει να ανήκει κι εκείνος σε μια ομάδα, θέλει να ξεφύγει από την μοναξιά... 

''Το παιδί, ο άνθρωπος το μόνο που χρειάζεται, το μόνο που του οφείλουμε είναι χείρα βοηθείας και αισθήματα, αυτά θα το τραβήξουν από το σκοτάδι της μοναξιά, της θλίψης, του παραγκωνισμού... θα του δείξουν το δρόμο για τον αυτοσεβασμό και την ευτυχία. ''

      Όταν ο αρχηγός θα του θέσει μια αποστολή δίνοντάς του ένα όπλο, αυτό με την βοήθεια ενός φωτισμένου ανθρώπου που συναντά στο δρόμο θα γίνει στα χέρια του βιολί, μουσική, ελπίδα... και τότε τα αστέρια στον ουρανό περήφανα και υπέρλαμπρα θα δείξουν στον Φελίξ -αυτό είναι το όνομά του!- μια νέα ομάδα που θα τον βγάλει από την θλίψη, την μοναξιά και θα τον κάνει Κάποιο! Κι ευτυχισμένο!

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019

Το αγόρι στο θεωρείο-Αγγελική Δαρλαση

     Το πόνημα της Αγελικής Δραλάση «Το αγόρι στο θεωρείο» είναι ένα εφηβικό -κι όχι μόνο!- ανάγνωσμα στο οποίο η συγγραφέας πραγματεύεται τον πόνο της απώλειας προσώπων μα και πατρίδων, την προσπάθεια να διαχειριστεί το άτομο τις οδυνηρές ανατροπές που φέρει στην ψυχοσύνθεσή του η Προσφυγιά ενώ παράλληλα υμνεί την δύναμη της Μνήμης καθώς και το βάλσαμο και την απελευθέρωση που προσφέρει η Τέχνη
     Μιλώντας για ένα πραγματικό γεγονός, αυτό της εγκατάστασης των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών, η συγγραφέας με ατμοσφαιρική και ρεαλιστική γραφή, πλάθει ήρωες που αγγίζουν την ψυχή του αναγνώστη παρασύροντάς τον σε μια ιστορία που πρωταγωνιστεί η ανθρωπιά, το συναίσθημα και η ελπίδα. 

      Η ιστορία ξεκινά με τον Δρόσο να μας αφηγείται την άφιξη του μαζί με την αδερφή του, την Αρετή, και την Δόμνα που τα αγκάλιασε σαν δικά της παιδιά να φτάνουν στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών. "Θα µας οδηγήσει πίσω το άρωµα από τις τριανταφυλλιές µας. Δε θα χαθούµε" λέει ο Δρόσος στην Αρετή η οποία αρνείται να μπει στο θέατρο καθώς φοβάται πως όλο και πιο πολύ απομακρύνονται από τους γονείς και την πρότερη ζωή τους, την αληθινή ζωή, την ζωή μακριά από την ορφάνια, την φτώχεια και την ανασφάλεια της προσφυγιάς.  
    Όπως και οι άλλοι πρόσφυγες έτσι κι αυτοί θα εγκατασταθούν τελικά σε ένα από τα 81 θεωρεία του θεάτρου που το 1922 προκειμένου να αντιμετωπιστεί το προσφυγικό ζήτημα χρησιμοποιήθηκε ώστε να στεγάσει τις κατατρεγμένες από την Ιστορία ψυχές με την Αρετή να το χαρακτηρίζει τόσο σπαρακτικά εύστοχα για τον αναγνώστη ως κουκλόσπιτο αφού στα μάτια της μοιάζει σαν το κοριτσίστικο παιχνίδι με τα πολλά δωματιάκια παραταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, στα οποία λείπει ο ένας τοίχος κάνοντας έτσι την ζωή των ενοίκων ορατή στους πάντες. 

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2019

Το καπλάνι της βιτρίνας-Άλκη Ζέη


     «Το καπλάνι της βιτρίνας» είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Άλκης Ζέης, γράφτηκε το 1963 όταν ήταν εξόριστη στη Μόσχα ως πολιτική πρόσφυγας, θεωρείτε αυτοβιογαφικό, το 1968 βραβεύτηκε στις ΗΠΑ ως το καλύτερο ξένο παιδικό βιβλίο ενώ το 2007 πήρε το βραβείο Άντερσεν. 

      Πρωταγωνιστές του βιβλίο είναι δυο μικρές αδερφές, η Μυρτώ και η Μέλια, με την δεύτερη να μας αφηγείται την ιστορία του καπλανιού. Τι είναι τώρα το καπλάνι; Ένας βαλσαμωμένος τίγρης που έχει ένα μάτι μαύρο κι ένα μπλε, το μαύρο το ανοίγει, στην φαντασία των παιδιών, όταν είναι θυμωμένο ή για να προμηνύσει μια μεγάλη δυσάρεστη αλλαγή ενώ το μπλε στις μέρες της νηνεμίας, και βρίσκεται στην βιτρίνα της σάλας του σπιτιού τους. Το καπλάνι αποτελεί πηγή έμπνευσης για τον ξάδελφο των κοριτσιών, τον Νίκο, που είναι φοιτητής στην Αθήνα και που κάθε καλοκαίρι τον περιμένουν μαζί με την παρέα φίλων στα τσαρδάκια του Λαμαγαρίου να γυρίσει στο νησί τους, στην Σαμο, και να τους διηγηθεί τις εμπνευσμένες ιστορίες του με πρωταγωνιστή το καπλάνι. 
     Αυτά το καλοκαίρι, γιατί τις υπόλοιπες εποχές του χρόνου η ζωή των κοριτσιών κινείται γύρω από τους αρχαίους μύθους που τους διηγείται ο παππούς τους που αγαπά τους αρχαίους και τον αποκαλούν σοφό, κατά την διάρκεια της κατ' οίκον διδασκαλίας μιας και τα κορίτσια δεν πηγαίνουν σε δημόσιο σχολείο λόγω πληρότητας και σε ιδιωτικό λόγω υψηλών διδάκτρων. Τα βράδια πριν κοιμηθούν δεν λένε καληνύχτα η μία στην άλλη, το καληνύχτισμά τους είναι ένα κωδικοποιημένο νοιάξιμο: ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ; (Ευτυχισμένη; Λυπημένη;) ρωτά η μία την άλλη και όταν ο ψυχικός κόσμος της ερωτώμενης είναι ήρεμος και ικανοποιημένος απαντά ΕΥ-ΠΟ όταν είναι ανταριασμένος ΛΥ-ΠΟ.
     Η ανία τους πάει πάντα διακοπές το καλοκαίρι, τότε που οι μικρές πηγαίνουν να παραθερίσουν με τον παππού, την θεία Δέσποινα και την Σμηρνιά υπηρέτρια, την Σταματίνα, στην περιοχή του Λαμαγαρίου και συναντούν την παρέα τους όπου και χαίρονται το παιχνίδι, τη θάλασσα... Συναντούν και τον Νίκο που επιστρέφει στο νησί και τους παρασύρει στις ιστορίες του καπλανιού.

Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2017

Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες-Ιούλιος Βερν


''Το ταξίδι ξεκινά…
Ο Φιλέας προχωρά...
Οι χώρες περιμένουνε μπροστά...
Και το στοίχημα...''

Το ταξίδι ξεκινά…



       Ο Φιλέας Φόγκ, είναι ένας ιδιόρρυθμος αριστοκράτης, που ζει μια ζωή μυστηριώδη, μοναχική και απόλυτα προγραμματισμένη στην κάθε της λεπτομέρεια. Στο μυαλό του στριφογυρίζουν οι πιο φαεινές ιδέες, η φαεινότερη όμως απ’ αυτές γεννιέται και αρχίζει να υλοποιείται στις 2 Οκτωβρίου του 1872, όταν δηλαδή στοιχηματίζει, με τους φίλους του όλη του την περιουσία, πως μπορεί να κάνει τον γύρου του κόσμο μέσα σε 80 ημέρες. Οι φίλοι του στην Μεταρρυθμιστική Λέσχη του Λονδίνου αμφισβητούν τα λεγόμενά του καθώς είναι βέβαιοι πως το εγχείρημα του δεν μπορεί παρά να αποτύχει. Εκείνος με απόλυτη σιγουριά ετοιμάζει τα απαραίτητα του ταξιδιού και μαζί με τον υπηρέτη του τον Πασπαρτού, τον οποίο μάλιστα τον είχε προσλάβει μόλις λίγες ώρες νωρίτερα, ξεκινά τον γύρο του κόσμου με αφετηρία το σιδηρόδρομο του Λονδίνου, όπου το τρένο των 8:45 τον μεταφέρει στο Μπρίντεζι της Ιταλίας, εκεί δηλαδή που θα πάρει το πλοίο με το οποίο θα περάσει τα νερά της νοτιοανατολικής Μεσογείου και θα τον βοηθήσει να διαπλεύσει τελικά την διώρυγα του Σουέζ. 


Ο Φιλέας προχωρά...
Οι χώρες στέκονται μπροστά...

       Αφήνοντας το κανάλι πίσω του θα διαγράψει μια διαδρομή, στην οποία χώρες, ήπειροι, πολιτισμοί, τρένα, υπερωκεάνια, άμαξες, ελέφαντες, έλκηθρα και καθετί που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μεταφορικό μέσο, θα προσπαθήσουν να τον φέρουν όλο και πιο κοντά στο τέρμα αυτού του ταξιδιού μέσα στο χρονικό όριο του στοιχήματος. Μοναδικός του εχθρός τα φυσικά φαινόμενα, ο χρόνος που όλο κυλά, οι γκάφες του Πασπαρτού που τον βγάζουν κάποιες φορές έκτος προγράμματος καθώς και οι τρικλοποδιές που βάζει ο ντετέκτιβ Φιξ, ο οποία εν αγνοία του Φιλέα, έχει πάρει στο κατόπι τον ήρωά μας μιας και τον θεωρεί ύποπτο κλοπής μιας μεγάλης ληστείας σε τράπεζα του Λονδίνου. Και ενώ οι ημέρες περνούν, και η μια χώρα διαδέχεται την άλλη, η 21η Δεκεμβρίου, η ορισμένη δηλαδή μέρα επιστροφής του Φιλέα στο Λονδίνο, όλο και πλησιάζει... και το στοίχημα; Άραγε θα κερδηθεί;

Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017

Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα-John Boyne

       «Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα» είναι ένα βιβλίο που μέσα από τα μάτια του μικρού ήρωά του, του Μπρούνο, μας παρουσιάζει με τον πιο αθώο τρόπο την πιο μαύρη τελικά σελίδα της ανθρωπότητας, το Ολοκαύτωμα. Στο μικρό αυτό αναγνωστικό διαμάντι που δικαίως κυκλοφορεί σε 44 χώρες, υπήρξε υποψήφιο για 10 λογοτεχνικά βραβεία και έχει γίνει και ταινία, ο αναγνώστης θα ακολουθήσει τον Μπρούνο σε ένα από τα αγαπημένα του παιχνίδια: την εξερεύνηση. Μια εξερεύνηση που αυτή την φορά θα τον φέρει μπροστά σε ένα συρματόπλεγμα, πίσω από το οποίο η Φιλία και η Φρίκη του Ναζισμού θα συγκρουστούν ανελέητα.

     Ο Μπρούνο είναι ο μικρός γιος της τετραμελής οικογένειας που ζει στο Βερολίνο του 1943. Είναι ένα ανέμελο εννιάχρονο παιδί που έχει τρεις κολλητούς και μια αδερφή που συνέχεια τσακώνεται μαζί της. Όλα δείχνουν πως η οικογενειακή ευτυχία και ρουτίνα δεν έχει επηρεαστεί από τον πόλεμο. 
    Μια επίσκεψη στο πενταώροφο σπίτι τους όμως θα αλλάξει τα μέχρι τότε δεδομένα. Ο Φύρερ, που επισκέπτεται μια νύχτα του 1943 την οικογένεια, ζητά από τον Πατέρα, τον εκλεκτό διοικητή του, να αναλάβει ένα νέο πόστο. Εκείνος δέχεται την διαταγή, δεν μπορεί να κάνει αλλιώς και δεν θέλει άλλωστε, πάνω από όλα εξάλλου το Κόμα και η Πατρίδα, και μετακομίζει μαζί με την οικογένεια στην Πολωνία, όπου και γίνεται ο νέος διοικητής του στρατοπέδου Άουσβιτς. 
     Η ζωή της οικογένειας και κυρίως των παιδιών αλλάζει. Ο Μπρούνο και η αδερφή του χάνουν τους φίλους τους, χάνουν το οικείο περιβάλλον. Το μέρος είναι γκρίζο, απομονωμένο και γεμάτο στρατιώτες. Οι ώρες κυλούν βαρετά και νοσταλγικά για το Βερολίνο και την παλιά ζωή. 
     Όμως ο Μπρούνο έχει μια αγαπημένη ασχολία κι αποφασίζει να την εφαρμόσει και σ’ αυτό το μέρος: την εξερεύνηση. Άλλωστε το κίνητρο τού έχει δοθεί ήδη από την πρώτη μέρα εγκατάστασης τους στο νέο σπίτι. Με το που αντίκρισε την θέα του παραθύρου του δωματίου του η αγάπη του για την εξερεύνηση βγήκε στην επιφάνεια. Ένα συρματόπλεγμα και οι άνθρωποι που βρίσκονται πίσω από αυτό περιμένουν να τους ανακαλύψει... 
     Έτσι η εξερεύνηση αρχίζει... στο διάβα της θα βρει ένα νέο φίλο, τον Σμούελ, ένα Εβραιόπουλο που ζει στην άλλη πλευρά του συρματοπλέγματος. Σε εκείνο το σημείο που η επιτήρηση είναι λίγο πιο χαλαρή και το συρματόπλεγμα δεν είναι καλά στερεωμένο στο χώμα τα δυο παιδιά θα προσπαθήσουν να καταλάβουν τον κόσμο, θα ενώσουν τα χέρια τους, θα γίνουν ‘’δίδυμοι’’ και θα πετάξουν μακριά από την παράνοια του Β’Παγκοσμίου πολέμου...

Κυριακή 2 Ιουλίου 2017

Όταν ο ήλιος...-Ζωρζ Σαρή

     Κλασική Λογοτεχνία! Μέσα από αυτή ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με εποχές αλλοτινές, εποχές που μπορεί το κλίμα και οι άνθρωποί του να παρασύρθηκαν από τον ρου του χρόνου και να εγκλωβίστηκαν στο μακρινό παρελθόν εντούτοις η ιδιοσυγκρασία, τα μηνύματα και η ουσία τους κατόρθωσαν να ξεπεράσουν το φάσμα του και ν’ αγγίζουν τη λογική μα κυρίως το συναίσθημα του εκάστοτε αναγνώστη! 

‘’Εποχές λοιπόν και μηνύματα ξεπηδούν από τα κείμενα που ο χρόνος και οι αναγνώστες τα συγκαταλέγουν στα κλασικά αναγνώσματα.‘’

     Ένα από αυτά και το υπέροχο βιβλίο της Ζωρζ Σαρή «Όταν ο ήλιος...»! 

     Στις σελίδες του «Όταν ο ήλιος...», του τρίτου δηλαδή κατά σειρά εφηβικού μυθιστόρημα της πολυγραφότατης συγγραφέως, οι έφηβοι αναγνώστες έρχονται μπροστά στην ουσία του Αγώνα για την Ελευθερία και την επιβίωση, βιώνοντας μαζί με τους συνομήλικους ήρωές του το κλίμα της κατεχόμενης Ελλάδας. 
     Η κεντρική του ηρωίδα, η έφηβη Ζωή, θα τους πάρει από το χέρι και θα τους ξεναγήσει στην Ελλάδα και συγκεκριμένα την Αθήνα του 1940, τότε δηλαδή που ο Β’Παγκόσμιος Πόλεμος απλώνει τα πλοκάμια του και στην, μικρή σε έκταση αλλά μεγάλη σε ψυχή και ιδανικά, πατρίδα μας.
     Η δεκαεξάχρονη Ζωή, η μικρότερη κόρη της οικογένειας Αϊβαλιώτη, θα ζήσει μαζί με την παρέα της και την οικογένειά της τις ελπιδοφόρες και ένδοξες νίκες του ελληνικού στρατού. Το Έπος του '40 θα την βγάλει στους δρόμους για να πανηγυρίσει μαζί με τους υπόλοιπους Αθηναίους την επικράτηση των Ελλήνων έναντι στους Ιταλούς και τον φασισμό που εκπροσωπούν. 
      Όταν όμως ο φίλος τους ο Περικλής, που πολεμά στα βουνά, πάρει ολιγοήμερη άδεια και βρεθεί στην παρέα της Ζωής, τότε οι σκέψεις και τα γεγονότα που θα τους παραθέσει, θα τους κάνουν να δουν και το άλλο πρόσωπο του πολέμου. Μέσα από τα λόγια του η Ζωή και οι φίλοι της θα καταλάβουν πως ο πόλεμος δεν είναι ένα παιχνιδάκι... πως οι νίκες και οι ήττες κρύβουν πόνο και απώλειες... πως όταν τα βομβαρδιστικά χτυπούν ένα σπίτι, όπου κι αν βρίσκεται αυτό το σπίτι, χάνονται ζωές... 
     Στα επόμενα κεφάλαια ο ενθουσιασμό των πρώτων μηνών θα χαθεί μαζί με τον πόλεμο. Οι Γερμανοί μπαίνουν στην Αθήνα. Οι κακουχίες, η πείνα, ο πληθωρισμός πλήττουν τον λαό. Απέναντι σ’όλα αυτά η Αντίσταση, τα νιάτα, η αισιοδοξία και τα όνειρα των παιδιών, μια κόκκινη μπογιά και ένα πινέλο που δίνει φωνή στους τοίχους, φωνή που κραυγάζει για την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ! Τη ΖΩΗ! Και τον ΉΛΙΟ! Ναι και τον Ήλιο(!), που όπως γράφει η Ζωρζ Σαρή: Μόνο εκείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του θα ‘χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο...

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Όταν έφυγαν τ'αγάλματα-Αγγελική Δαρλάση

    Στο «Όταν έφυγαν τ’ αγάλματα» ο  Τίκο, ο μοναδικός ‘’ανθρώπινος’’ φίλος της μικρής μας ηρωίδας-πρωταγωνίστριας, της Αγγελίνας, όταν κηρύσσεται ο ελληνοϊταλικός πόλεμος του ’40 επιδίδεται σε μια ιδιαίτερη ασχολία, μια ασχολία που προέκυψε από τα λόγια που κάποτε του είχε πει η φίλη του: Πως όταν οι άνθρωποι αναγκάζονταν να φύγουν από τα σπίτια τους επειδή ο πόλεμος πλησίαζε έκρυβαν πολλές φορές ό,τι αγαπημένο είχαν από το φόβο μήπως τυχόν και το χάσουν στο δρόμο της προσφυγιάς. Το έθαβαν με την ελπίδα πως κάποτε θα γυρνούσαν πίσω στο σπίτι τους και θα το ξέθαβαν άθικτο. Κι ήταν εκείνος ο θησαυρός τους από τα προσωπικά τους αντικείμενα ό,τι θα τους ένωνε με το παρελθόν τους. 
     Έτσι λοιπόν ο Τίκο, άλλοτε μόνος κι άλλοτε με την βοήθεια της Αγγελίνας, θάβει στο λόφο της γειτονιάς του μικρά αντικείμενα που για άλλους μπορεί να θεωρηθούν ευτελούς αξίας για τον ίδιο όμως αντιπροσωπεύουν το όμορφο, αν και δύσκολο, παρελθόν του ίδιου και της πόλης που ζει. Ο θησαυρός του αποτελείται από ένα κουτί μπισκότων γεμάτο με προσωπικά μικροαντικείμενα καθώς και ακροκέραμα και μικρά διακοσμητικά αγάλματα που αφαιρεί από τις στέγες και τους κήπους των Αθηναϊκών σπιτιών ώστε να τα προστατεύσει από τους Γερμανούς που όλα δείχνουν πως θα πατήσουν τελικά την αττική γη.... Και την πατούν. Και οι Ναζί φτάνουν στην Αθήνα. Και το έργο του Τίκο μένει ημιτελές. Το τελευταίο ακροκέραμο που ήθελε να προσθέσει στον θησαυρό του παραμένει στην στέγη του σπιτιού, παραμένει βοράς στα χέρια του εχθρού. Δεν μπορεί όμως να το αφήσει εκεί και έτσι παρά την απαγόρευση κυκλοφορίας και την συσκότιση πάει για να το γλιτώσει. Μια συμπλοκή θα σταθεί εμπόδιο. Και τότε η Αγγελίνα για να νικήσει τον φόβο του τραυματισμένου φίλου της θα του πει ένα παραμύθι, όπως της ζητά.

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα κορίτσι. Ένα κορίτσι που είχε φίλους τα αγάλματα... 

     Η Αγγελίνα μεγαλώνει μέσα στο μουσείο. Οι γονείς της εργάζονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο και από τα μικράτα της αλωνίζει τους χώρους του. Σ’ αυτούς τους χώρους ο Δίας θα κατεβάσει το οργισμένο χέρι του και θα αποθέσει ένα τρυφερό χάδι στο μάγουλο της, οι Νεράιδες θα τις χαρίσουν τους πρώτους της χορούς, ο Κούρος του Σουνίου θα της προσφέρει προστασία και τα πιο λαμπερά άστρα του ουρανού και οι Σειρήνες θα της τονίσουν πως η αναπηρία που έχει στο χεράκι της δεν πρέπει να την κάνει να αισθάνεται άβολα καθώς όλοι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί μεταξύ τους... Τα χρόνια περνούν. Τα παιδιά της γειτονιάς της την φωνάζουν κουλή. Ο Τίκο και τα αγάλματα είναι για εκείνη οι μοναδική της φίλοι! 
     Τα αγάλματα όμως έκτος από φίλοι της μικρής μας
ηρωίδας είναι και το παρελθόν της κάθε πατρίδας του κάθε λαού. Έτσι όταν οι σάλπιγγες του πολέμου  ηχούν, τα αγάλματα πρέπει να προστατευτούν, επιβάλλεται να προστατευτούν καθώς αποτελούν την ένωση με το παρελθόν και την Ιστορία μας. Αποτελούν την ταυτότητα των σύγχρονων και των μελλοντικών γενιών. 
     Ένα παρόμοιο έργο μ’αυτό του Τίκο λοιπόν συντελείτε και λίγο πιο κάτω από το σπίτι της Αγγελίνας. Στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο αρχαιολόγοι, φοιτητές, τεχνίτες και υπάλληλοι κάθε ειδικότητας εργάζονται ώστε να αποκρύψουν τα εκθέματα από το φασισμό του εχθρού.  Από την πρώτη κιόλας μέρα που κηρύχτηκε ο πόλεμος το Μουσείο είναι ένα μελίσσι στο οποίο οι εργάτες δουλεύουν ασταμάτητα. Ο χρόνος τους πιέζει. Ο καθένας από το δικό του μετερίζι αγωνίζεται για την απόκρουση του φασισμού. Πάνω στα βουνά οι στρατιώτες με τα όπλα. Μέσα στο Μουσείο οι εργάτες με ξύλινα κιβώτια, σκαπάνες, τροχαλίες. Οι μεν χάνουν την μάχηπώς να νικήσεις άλλωστε την κρεατομηχανή του Γ’ Ράιχ; Οι δε κερδίζουν! Η απόκρυψη των αγαλμάτων στέφθηκε με επιτυχία. Το παρελθόν και η Ιστορία της ράτσας μας είναι πλέον προστατευμένα από τον σκοταδισμό του φασισμού.