Στο "Φύλακα στη σίκαλη" του Salinger, ο ήρωάς του, ο Χόλντεν Κώλφηντ ένας δεκαεξάχρονος έφηβος περιπλανιέται για τρεις σχεδόν μέρες στους δρόμους της χριστουγεννιάτικης Νέας Υόρκης. Έχει αποβληθεί από το σχολείο του, για άλλη μια φορά, και αντί να επιστρέψει στο σπίτι του, φοβούμενος προφανώς την κατσάδα των γονιών του, νοικιάζει ένα δωμάτιο σε ένα ξενοδοχείο και περνά τρεις μέρες γεμάτες αναμνήσεις, οι οποίες μας πληροφορούν για την οικογένειά του και για ο,τι έχει βιώσει μέχρι στιγμής, αλκοόλ, συναντήσεις από το παρελθόν, εσωτερικούς μονολόγους καθώς και ζητήματα υπαρξιακού τύπου που τριβελίζουν τη σκέψη του.
Ο Χόλντεν είναι ένας καταθλιπτικός ήρωας με σκέψεις που φανερώνουν αμφισβήτηση και ματαίωση για την ζωή, λόγω της ηλικίας του, μιας και βρίσκεται στο μεταίχμιο της ενηλικίωσης του κάτι που τον ταράζει και επηρεάζει όπως είναι φυσικό τον εσωτερικό του κόσμο. Ο έφηβος θέλει με νύχια και με δόντια να μείνει στον κόσμο των παιδιών, στην αθωότητα και στην ασφάλεια που χαρακτηρίζει την παιδική ηλικία. Ο Χόλντεν λοιπόν δε θέλει να περάσει στον κόσμο των μεγάλων, οι κινήσεις, οι σκέψεις καθώς και η αιτιολογία του ίδιου του τίτλου το δηλώνουν κατηγορηματικά: "Τέλος πάντων, να, φαντάζομαι όλα κείνα τα πιτσιρίκια να παίζουνε ένα παιχνίδι σ’ ένα μεγάλο σικαλοχώραφο και τα ρέστα. Χιλιάδες πιτσιρίκια, και δεν είναι κανένας εκεί - θέλω να πω, κανένας μεγάλος - εκτός από μένα. Και γω στέκομαι φύλακας, στο χείλος ενός τρελογκρεμού. Αυτό που πρέπει να κάνω, είναι να τα πιάνω άμα κάνουνε να πέσουνε στο γκρεμό -θέλω να πω, άμα τρέχουνε και δε βλέπουνε πού πάνε, πρέπει να πετάγομαι από κάπου και να τα πιάνω. Αυτό θα κάνω όλη μέρα. Θα ‘μαι μονάχα ο φύλακας στη σίκαλη..."











