Το τραγούδι των ψυχών
Κλικ
Και η στιγμή αιχμαλωτίζεται,
Δέσμια του χρόνου ,
Κληροδότημα στο μέλλον.
Κλικ
Μάνες σφίγγουν τα μωρά τους,
Λόγια, ψίθυροι, συντροφιά στο κατευόδι τους
Κι 'ναι οι σπαραγμοί
Του Πολέμου ανάθεμα!
Κλικ
Κι αόρατες ψυχές πετούν,
Αφήνοντας πίσω τους
το φόντο της Παράνοιας.
Πετούν
Και φτάνουν εκεί που κόσμοι φτιαγμένοι,
από όνειρα και πόθους επίγειους,
τους χαρίζουν απλόχερα ζεστασιά.
Σεργιανούν σε δρόμους ανέμελους,
φωτεινούς, σπαρμένους με μαργαρίτες.
Κάπου κάπου ρίχνουν το βλέμμα τους κάτω,
μαγνήτης που το έλκει το κάλεσμα των δικών τους!
Κι όλες μαζί αρχίζουν το τραγούδι!
Νότες παιδικές σκαλώνουν στα χείλη τους•
άναρχα εκείνες φτιάχνουν στίχους πεθυμιάς:
"Τι άραγε αιώνα κάνει εκεί έξω..."!
Τότε ξάφνου οι μαργαρίτες λικνίζονται σε τέμπο μελαγχολικό...
Σάββατο 2 Μαΐου 2026
Τρίτη 28 Απριλίου 2026
Ο σελιδοδείκτης των ΒιβλιοΑναφορών σταματά...
στις σελίδες 69- 70 στα Χάλκινα Κατώφλια του Ισίδωρου Ζουργού
Στην αμμουδερή ακτή είχαν αγκυροβολήσει τα πρώτα καράβια των Αχαιών.... Η θάλασσα είχε σκουρύνει στο βάθος της, γιατί ο στόχος τους έκλεινε τον ορίζοντα, τα κοίλα καράβια τους ήταν αμέτρητα. Ήρθε τότε απρόκλητη, σαν μια παλιά γνώριμη που με θυμήθηκε , σαν κάποια συγγένισσά μου χαμένη από καιρό. Έμοιαζε κάπως με τη φωνή της μάνας μου, που είχε εξαφανιστεί στη χοάνη του χρόνου. Ήταν μια Φωνή απ' τις τόσες που είχα ακούσει από τότε που γεννήθηκα. Μπορεί να ήταν μια ντροπαλή θεά ή μια νύμφη του ποταμού Αξιού, ίσως πάλι μια ιέρεια της Λευκής Θεάς, που είχε πεθάνει νωρίς και νοσταλγούσε ακόμη τον πάνω κόσμο, γυναίκα ήταν πάντως. Ξεροκατάπια. Κατάλαβα πως η στιγμή ήταν σημαντική, βρήκα το θάρρος και της μίλησα. Δεν ήθελα πια μόνο να ακούω, είχα μεγαλώσει και είχα ανάγκη να μιλώ.Η Φωνή κάτι τραγουδούσε, μόνο που εκείνη η ώρα δεν ήταν για τραγούδια. Πήρα μια βαθιά ανάσα. "Αυτό είναι ο πόλεμος;" τη ρώτησα κι αμέσως κάπως σαν να δείλιασα για το τόλμημά μου, όμως δεν υπήρχε επιστροφή, έπρεπε οπωσδήποτε να της μιλήσω. ''Πες μου, αυτό είναι ο πόλεμος;"
''Η αρχή του'', μου απάντησε η Φωνή κόβοντας απότομα το τραγούδι.
''Τι να κάνω, πες μου!''
''Υπομονή, τι άλλο; Βρέθηκες κάτω απ' τις μυλόπετρες. Πρόσεξε μόνο μη φας απ' το αλεύρι των ανθρώπων. Θα ζήσεις το μεγάλο άλεσμα, σάρκες και κόκαλα θα γίνουν σκόνη, κανείς δεν μπορεί να σταματήσει τον ανεμόμυλο''.
****
Πρόσεξε μόνο μη φας απ' το αλεύρι των ανθρώπων, υπογραμμίζω αυτή τη φράση και ταυτόχρονα αναρωτιέμαι πώς κρατάς την ανθρωπιά σου μέσα στον όλεθρο του πολέμου ή οποιασδήποτε άλλης κρίσης... Τι δύναμη θέλει για να μην παρασυρθείς σωματικά και κυρίως πνευματικά ακολουθώντας τις στροφές των μυλόπετρων που οδηγούν στην φθορά, στην αλλοίωση και εν τέλει στον αφανισμό της προσωπικότητάς μας. Μη φας, παροτρύνει ο συγγραφέας κι είναι σα να σου λέει στάσου στο ύψος σου, υπερασπίσου τις αρχές σου κόντρα στην εποχή της φθοράς, της αλλοίωσης. Η υπομονή είναι ο τρόπος, υπομονή όχι παθητικότητα -πώς μπορείς άλλωστε να χαρακτηριστείς παθητικός όταν έχεις περιέλθει σε τέτοια εσωτερική πάλη!-υπομονή μέχρι ν' αλλάξει η συνθήκη και στη λήξη της, να βρεθείς ηθικά αναλλοίωτος...
Δήμητρα Κωλέτη
Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026
Lacryma Christi & Εις το όνομα της μητρός- Φιλομήλα Λαπατά
Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε ακριβώς το ανακάλυψα για πρώτη φορά. Ήμουν πολύ μικρή. Την ύπαρξή του τη γνωρίζαμε μόνο οι δυο μας. Εκείνο κι εγώ. Ήταν το αόρατο σακούλι που είχα κρεμασμένο στην πλάτη μου. Μέσα μπορούσα να πετάω ό, τι το κοινωνικό μου περιβάλλον και, προπαντός, οι γονείς μου θεωρούσαν ανεπίτρεπτο επάνω μου ή στη συμπεριφορά μου.
... Οι γονείς μου έκαναν τα πάντα για εμένα εκτός από το να με αφήσουν να γίνω ο εαυτός μου. "Τα καλά κορίτσια δε θυμώνουμε!" Πήρα τότε το θυμό μου, που δεν ταίριαζε με την εικόνα της καλής κόρης, αργότερα κυρίας, συζύγου, μάνας, και τον πέταξα μέσα στο αόρατο σακούλι. "Τα καλά κορίτσια δεν αντιμιλούν!" Πάει και η γνώμη μου μέσα στο σακούλι. "Τα καλά κορίτσια δε φωνάζουν!" Πάει η φωνή μου. "Τα καλά κορίτσια δε χορεύουν έτσι ξεδιάντροπα!" Πάει και ο αυθορμητισμός μου. Ακολούθησε η ευαισθησία μου, η σεξουαλικότητά μου, και στο τέλος η αυθεντικότητά μου, και δεν μπορώ πια να θυμηθώ και τι άλλο. ... το κρέμασα στην πλάτη μου (αναφέρεται στο σακούλι) και από τότε έγινε αναπόσπαστο εξάρτημα της ύπαρξής μου. Χρειάστηκα είκοσι χρόνια για να το γεμίσω. Από τα είκοσι και μετά, πέρασα την υπόλοιπη ζωή μου τραβώντας έξω από το σακούλι ένα ένα ό, τι είχα πετάξει μέσα. Έπρεπε να τα κάνω ξανά όλα δικά μου, για να μπορέσω να ζήσω.
αποσπάσματα σελίδων 58 & 60- Lacryma Christi, Το δάκρυ του Χριστού
Το δεύτερο αυτοτελές μυθιστόρημα της τριλογίας της Διασποράς της αγαπημένης συγγραφέως Φιλομήλα Λαπατά, το «Lacryma Christi, Το δάκρυ του Χριστού» φιλοξενεί στις σελίδες του την ιστορία μιας ηρωίδας που η πορεία της στο ταξίδι της αφήγησης μάς αποκαλύπτει διαχρονικές αλήθειες: για τη σχέση του ανθρώπου με την οικογένεια, το Θεό, τις κοινωνικές συμβάσεις που κομματιάζουν την προσωπικότητα, την πάλη του ατόμου να γίνει ο εαυτός του, να τον αγαπήσει και να τον αποδεχτεί. Η αγάπη, το μίσος, η συγχώρεση τυλίγουν τους ήρωες και κατ' επέκταση τους αναγνώστες τους. Οι ήρωες και οι τόποι που αυτοί δρουν, η σαγηνευτική Σαρδηνία του 19ου αιώνα, παίρνουν μορφή μέσα από την εξαιρετική γραφή της Φιλομήλα Λαπατά με τη χρήση της γλώσσας να είναι κάτι παραπάνω από εξαιρετική και αυτή που κυριαρχεί, εν τέλει, στο κείμενο, για άλλη μια φορά.
Βαθμολογία 5/5
Στοιχεία Βιβλίου:
Τίτλος: Lacryma Christi, Το δάκρυ του Χριστού
Συγγραφέας: Φιλομήλα Λαπατά
Εκδ. Καστανιώτη
Ημ.Εκδ.: 2004
Σελ. 380
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

