Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Αιρετικοί-Leonardo Padura

      Το «Αιρετικοί» του Leonardo Padura είναι από τα βιβλία που ο τίτλος και το καθηλωτικό του εξώφυλλο μου κίνησαν αρχικά το ενδιαφέρον, που, βέβαια, εντάθηκε όταν διάβασα την περίληψη του, η οποία και ήταν καταλυτική για την αγορά του. 
      Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μεγάλα κεφάλαια, σε τρεις χρονικές περιόδους. Στο πρώτο κεφάλαιο, ο Ελίας Καμίνσκι φτάνει στην Αβάνα του 2007 και προσπαθεί, μαζί με τον πρώην αστυνομικό Μάριο Κόντε, να ανακαλύψει την πορεία που είχε μέσα στον χρόνο ένας πίνακας του μεγάλου Ολλανδού ζωγράφου Ρέμπραντ -και συγκεκριμένα μια προσωπογραφία ενός Εβραίο νεαρής ηλικίας που έχει όμως πολλά μορφολογικά στοιχεία του Χριστού-, ο οποίος αποτέλεσε έως και το 1939 οικογενειακό κειμήλιο των Καμίνσκι και που ύστερα από ‘’απουσία’’ δεκαετιών δημοπρατείτε το 2007 στο Λονδίνο. Μέσα από την έρευνα και τις διηγήσεις στον Μάριο Κόντε, ο Ελίας μας γνωστοποιεί την ιστορία του πατέρα του Ντανιέλ Καμίνσκι, του πρώτου αιρετικού του κειμένου: ο εννιάχρονος Ντανιέλ το 1939 μαζί με τον θείο του Γιόχαν βρίσκεται στο λιμάνι της Αβάνας και περιμένει, μαζί με πολλούς άλλους, την αποβίβαση των δικών του ανθρώπων και συγκεκριμένα των γονιών του και της μικρής του αδερφής από το υπερωκεάνιο Σέντ Λούις, το οποίο και μετέφερε εννιακόσιους κυνηγημένους, από την Ευρώπη, Εβραίους. Ο θείος Γιόχαν είναι σίγουρος πως η προσωπογραφία του Ρέμπραντ που έχει στις αποσκευές της η οικογένεια Καμίνσκι θα ανοίξει τον δρόμο για την αποβίβαση και την ένωση εν τέλει των μελών της οικογένειας. Η αποβίβαση όμως δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ καθώς η απληστία των Αρχών θα σπρώξει το πλοίο πίσω στην ναζιστική Ευρώπη, πίσω στο θάνατο….. Ο Ντανιέλ τότε θα χάσει για πάντα την οικογένεια του και στα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα αμφισβητήσει την προγονική του πίστη και θα προσπαθήσει να απαγκιστρωθεί από αυτή. Το οικογενειακό κειμήλιο που θα επανεμφανιστεί μετά από σχεδόν είκοσι ολόκληρα χρόνια στα χέρια ενός διεφθαρμένου πρώην αξιωματούχου θα τον κάνει άραγε να χάσει και την ανθρωπιά του; 
         Στο δεύτερο μέρος μεταφερόμαστε στο Άμστερνταμ του 1643 όπου και παρακολουθούμε την ζωή του Εβραίου μαθητευόμενου ζωγράφου Ελίας Αμπρόσιους. Ενώ αυτός μαθαίνει, παρά την απαγόρευση του Εβραϊκού Νόμου, κρυφά την τέχνη της ζωγραφικής από τον Δάσκαλο της εποχής, Ρέμπραντ, εμείς παρακολουθούμε τα μυστικά του ζωγράφου αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε το οικογενειακό κειμήλιο των Καμίνσκι καθώς και πως αυτό έφτασε εν τέλει στην κατοχή της οικογένειας.
       Τέλος στο τρίτο και τελευταίο μέρος του βιβλίου επανερχόμαστε χρονικά στο σήμερα. Ο Μάριο Κόντε το 2008 αναλαμβάνει να εξιχνιάσει την εξαφάνιση της Τζούντι Τόρες, της κόρης ενός διεφθαρμένου και άπληστου αξιωματούχου, η οποία αμφισβητεί τους πάντες και τα πάντα επηρεασμένη από την σαπίλα του συστήματος….. Και ενώ η έρευνα για την Τζούντι προχωράει, ο Μάριο Κόντε συναντά τους ίμο, τους πάνκ, και τους ροκάδες της σύγχρονης Αβάνας, που η διαφθορά της εξουσίας γέννησε ως αντίδραση, καθώς και τις απαντήσεις για την πορεία που ακολούθησε μέσα στον χρόνο το πορτρέτο του Χριστού-Εβραίου……

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

Συζητώντας με την συγγραφέα Έλενα Μακρυγιάννη-Βρυωνίδου!

          Η Έλενα Μακρυγιάννη-Βρυωνίδου τον φετινό Φεβρουάριο, έκανε το ντεμπούτο της στο συγγραφικό χώρο με το μυθιστόρημα «Τα τσαλακωμένα φτερά της πεταλούδας»! Η διαδικτυακή μου φιλία μαζί της με έφερε κοντά στο έργο, ένα έργο που γεννά την βεβαιότητα πως έχει να δώσει πολλά και σημαντικά στους αναγνώστες στον μέλλον, αλλα και στην προσωπικότητά της, όσο μπορεί φυσικά να γίνει εφικτό κάτι τέτοιο μέσω του διαδικτύου!  Με την ακόλουθη συνέντευξη, για την οποία την ευχαριστώ θερμά που μου την παραχώρησε, μπορείτε και εσείς να γνωρίσετε την συγγραφέα και άνθρωπο Έλενα Μακρυγιάννη-Βρυωνίδου!  Απολαύστε την…..

1. Ποια ήταν η έμπνευση σας για τη γραφή του πρώτου σας βιβλίου «Τα τσαλακωμένα φτερά της πεταλούδας»;

Πηγή έμπνευσής μου ήταν μια πεταλούδα. Με το πέταγμα της πεταλούδας γεννήθηκε στο μυαλό μου η ιστορία και όταν λίγο καιρό αργότερα οι ήρωές μου πήραν σάρκα και οστά και η ανάγκη τους να “μιλήσουν” είχε γίνει τόσο επιτακτική στο μυαλό μου, έγραψα την πρώτη λέξη. Πιστεύω πως αν και η έμπνευση ήρθε ξαφνικά με ένα απλό ερέθισμα, όπως είναι το πέταγμα της πεταλούδας στη δεδομένη περίπτωση, ένα βλέμμα ίσως κάποια άλλη φορά, ένα χαμόγελο, μια εικόνα, μια συμπεριφορά, ένα συναίσθημα, πιστεύω πως προϋπήρχε μια ανάγκη έκφρασης και εξωτερίκευσης συσσωρευμένων συναισθημάτων που απαιτούσαν διέξοδο. Τελειώνοντας το ταξίδι και φτάνοντας στην ολοκλήρωση του βιβλίου, επήλθε και η λύτρωση στην ψυχή. Μέχρι το επόμενο ταξίδι…

2. Πόσο δύσκολο είναι για ένα πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα να βρει εκδότη που θα τον εμπιστευτεί και θα εκδώσει το πρώτο του έργο;

Είναι πολύ δύσκολο και λόγω της οικονομικής κρίσης ακόμα δυσκολότερο. Στη δική μου περίπτωση στάθηκα τυχερή. Με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα να ευχαριστήσω δημόσια τον εκδοτικό μου οίκο «Εκδόσεις Ηλία Επιφανίου» όπως και την επιμελήτρια μου Φένια Κινικλή για τον επαγγελματισμό, τη στήριξη και την αγάπη τους. 

3. Ποιος από τους ήρωες σας είναι ο αγαπημένος σας; Και ποιος σας “ταλαιπώρησε”, είτε ψυχολογικά είτε τεχνικά να τον αποτυπώσετε στο χαρτί;

Αν έπρεπε να ξεχωρίσω κάποιον ήρωα, αν και δυσκολεύομαι, θα έλεγα τη Μυρσίνη, την Αναστασία και τη γιαγιά Αλεξάνδρα, αν και όπως ανάφερα σχεδόν όλοι είναι ξεχωριστοί και αγαπημένοι για εμένα. Να μην αδικήσω λοιπόν την Αγγελική, την Ειρήνη, τον Δημήτρη, τον Ορφέα και σχεδόν όλους τους άλλους. Η Σοφία ήταν ίσως αυτή που μου ήταν ιδιαίτερα αντιπαθής, αλλά με “δυσκόλεψε” ψυχικά η Αναστασία που μου προκάλεσε πολύ πόνο και ψυχική αναστάτωση. 

4. Ποιος διάβασε για πρώτη φορά το βιβλίο σας ή κάποιες από τις πρώτες σελίδες του από το οικείο περιβάλλον σας; Δεχτήκατε την όποια κριτική του και επηρεασμένη από αυτή σπεύσατε να διορθώσετε τις όποιες παρατηρήσεις του –αν υπήρχαν φυσικά- ή ήσασταν “αμετακίνητη” σε ό,τι είχατε γράψει;

Η οικογένειά μου ήξερε από την πρώτη στιγμή την ιστορία και κατά καιρούς τους διάβαζα κάποια αποσπάσματα, χωρίς όμως να έχουν διαβάσει ολόκληρο το βιβλίο. Οι γονείς μου, η αδελφή μου και τρεις φίλοι μου το διάβασαν και δεν μου είπαν να αλλάξω κάτι, αλλά και να μου έλεγαν εγώ θα παρέμενα αμετακίνητη σε ό,τι είχα γράψει.

5. Η γιαγιά της ηρωίδας του βιβλίου σας λέει σε κάποιο σημείο του κειμένου “τι και αν κάποιων ανθρώπων έχουν τσαλακωθεί τα φτερά τους; Ποιος λέει ότι δεν θα μπορούσαν να τα τινάξουν περήφανα και με μία αέρινη κίνηση να ξαναβρούν τη δύναμη να πετάξουν;” Τι πιστεύετε πώς μπορεί να δώσει δύναμη σε ένα άνθρωπο που οι συνθήκες της κρίσης, η φτώχεια, η ανεργία και η ανέχεια της τον έχουν καταρρακώσει, να σταθεί στα πόδια του, να ανοίξει τα φτερά του;

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

Η Παναγία των δελφινιών-Θάλεια Κουνουνη

        «Η Παναγία των δελφινιών» είναι το έβδομο μυθιστόρημα της Θάλειας Κουνούνη ενώ για εμένα το πρώτο με το οποίο έρχομαι συγγραφικά σε επαφή μαζί της. Στις σελίδες του βλέπουμε την πάλη της επιστήμης και του Θεού, μια πάλη που μας αφήνει να προβληματιστούμε πάνω σε ερωτήματα θρησκευτικής και επιστημονικής χροιάς, μέσα, βέβαια, από την ιστορία των τριών κεντρικών ηρώων του.
      Η συγγραφέας έχοντας πολλές και δια- φορετικές κλωστές στα χέρια της κεντά μαζί με την Ελισάνθη, την μια εκ των πρωταγωνιστών του κειμένου, το υφαντό της αφήγησης. Κάθε φορά η Ελισάνθη επιλέγει και ένα διαφορετικό νήμα, μια διαφορετική χρονική στιγμή από την ιστορία της Θεοδώρας, του Φίλιππου και της Σαπφούς, και μας την παρουσιάζει με τρόπο έντεχνο και αριστουργηματικό. Απέναντι από το βράχο που στεγάζει το μοναστήρι της Παναγιάς της Ψυχοκρατούσας, της Παναγιάς του θρύλου και των δελφινιών, η έφηβη Ελισάνθη συναντά τον Φίλιππο και μέσα από την συζήτηση, που εκείνη καθοδηγεί, του θυμίζει την ιστορία του αχώριστου τριγώνου Θεοδώρα-Φίλιππος-Σαπφώ άλλα κυρίως του αποκαλύπτει τους λόγους που αυτό, εν τέλει, χαλάρωσε τις ενώσεις που το έδεναν με αποτέλεσμα το σχήμα να χάσει την αρχική του μορφή και τα πρόσωπα που το αποτελούσαν να ακολουθήσουν τελείως διαφορετικές πορείες ζωής. Ο Φίλιππος τότε κατανοεί την απόφαση της Θεοδώρας να γίνει μοναχή, νιώθει τον πόνο και την μοναξιά, που αισθανόταν η Σαπφώ όταν ο ίδιος εγκατέλειψε την Νήσο αλλά και όταν πληροφορήθηκε από τον πατέρα της την αλήθεια που αφορούσε τα γεγονότα της ημέρας που ήρθε στον κόσμο, κυρίως όμως κατορθώνει να ενώσει, έστω και νοερά, το τρίγωνο που ενίσχυσε το επιστημονικό του πνεύμα, τα αισθήματα και γενικότερα την προσωπικότητά του επιστήμονα και ανθρώπου Φίλιππου Ασπρογιάννη. Μόνο η αφήγηση της Ελισάνθης θα φέρει όμως αυτή την ένωση ή και η ίδια η αφηγήτρια; Τι ρόλο παίζει άραγε η Ελισάνθη και γιατί αναλαμβάνει αυτή να φέρει σε επαφή τους πάλαι ποτέ φίλους; Ανακαλύψτε το…..