Όταν έφυγαν τ'αγάλματα-Αγγελική Δαρλάση

    Στο «Όταν έφυγαν τ’ αγάλματα» ο  Τίκο, ο μοναδικός ‘’ανθρώπινος’’ φίλος της μικρής μας ηρωίδας-πρωταγωνίστριας, της Αγγελίνας, όταν κηρύσσεται ο ελληνοϊταλικός πόλεμος του ’40 επιδίδεται σε μια ιδιαίτερη ασχολία, μια ασχολία που προέκυψε από τα λόγια που κάποτε του είχε πει η φίλη του: Πως όταν οι άνθρωποι αναγκάζονταν να φύγουν από τα σπίτια τους επειδή ο πόλεμος πλησίαζε έκρυβαν πολλές φορές ό,τι αγαπημένο είχαν από το φόβο μήπως τυχόν και το χάσουν στο δρόμο της προσφυγιάς. Το έθαβαν με την ελπίδα πως κάποτε θα γυρνούσαν πίσω στο σπίτι τους και θα το ξέθαβαν άθικτο. Κι ήταν εκείνος ο θησαυρός τους από τα προσωπικά τους αντικείμενα ό,τι θα τους ένωνε με το παρελθόν τους. 
     Έτσι λοιπόν ο Τίκο, άλλοτε μόνος κι άλλοτε με την βοήθεια της Αγγελίνας, θάβει στο λόφο της γειτονιάς του μικρά αντικείμενα που για άλλους μπορεί να θεωρηθούν ευτελούς αξίας για τον ίδιο όμως αντιπροσωπεύουν το όμορφο, αν και δύσκολο, παρελθόν του ίδιου και της πόλης που ζει. Ο θησαυρός του αποτελείται από ένα κουτί μπισκότων γεμάτο με προσωπικά μικροαντικείμενα καθώς και ακροκέραμα και μικρά διακοσμητικά αγάλματα που αφαιρεί από τις στέγες και τους κήπους των Αθηναϊκών σπιτιών ώστε να τα προστατεύσει από τους Γερμανούς που όλα δείχνουν πως θα πατήσουν τελικά την αττική γη.... Και την πατούν. Και οι Ναζί φτάνουν στην Αθήνα. Και το έργο του Τίκο μένει ημιτελές. Το τελευταίο ακροκέραμο που ήθελε να προσθέσει στον θησαυρό του παραμένει στην στέγη του σπιτιού, παραμένει βοράς στα χέρια του εχθρού. Δεν μπορεί όμως να το αφήσει εκεί και έτσι παρά την απαγόρευση κυκλοφορίας και την συσκότιση πάει για να το γλιτώσει. Μια συμπλοκή θα σταθεί εμπόδιο. Και τότε η Αγγελίνα για να νικήσει τον φόβο του τραυματισμένου φίλου της θα του πει ένα παραμύθι, όπως της ζητά.

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα κορίτσι. Ένα κορίτσι που είχε φίλους τα αγάλματα... 

     Η Αγγελίνα μεγαλώνει μέσα στο μουσείο. Οι γονείς της εργάζονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο και από τα μικράτα της αλωνίζει τους χώρους του. Σ’ αυτούς τους χώρους ο Δίας θα κατεβάσει το οργισμένο χέρι του και θα αποθέσει ένα τρυφερό χάδι στο μάγουλο της, οι Νεράιδες θα τις χαρίσουν τους πρώτους της χορούς, ο Κούρος του Σουνίου θα της προσφέρει προστασία και τα πιο λαμπερά άστρα του ουρανού και οι Σειρήνες θα της τονίσουν πως η αναπηρία που έχει στο χεράκι της δεν πρέπει να την κάνει να αισθάνεται άβολα καθώς όλοι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί μεταξύ τους... Τα χρόνια περνούν. Τα παιδιά της γειτονιάς της την φωνάζουν κουλή. Ο Τίκο και τα αγάλματα είναι για εκείνη οι μοναδική της φίλοι! 
     Τα αγάλματα όμως έκτος από φίλοι της μικρής μας
ηρωίδας είναι και το παρελθόν της κάθε πατρίδας του κάθε λαού. Έτσι όταν οι σάλπιγγες του πολέμου  ηχούν, τα αγάλματα πρέπει να προστατευτούν, επιβάλλεται να προστατευτούν καθώς αποτελούν την ένωση με το παρελθόν και την Ιστορία μας. Αποτελούν την ταυτότητα των σύγχρονων και των μελλοντικών γενιών. 
     Ένα παρόμοιο έργο μ’αυτό του Τίκο λοιπόν συντελείτε και λίγο πιο κάτω από το σπίτι της Αγγελίνας. Στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο αρχαιολόγοι, φοιτητές, τεχνίτες και υπάλληλοι κάθε ειδικότητας εργάζονται ώστε να αποκρύψουν τα εκθέματα από το φασισμό του εχθρού.  Από την πρώτη κιόλας μέρα που κηρύχτηκε ο πόλεμος το Μουσείο είναι ένα μελίσσι στο οποίο οι εργάτες δουλεύουν ασταμάτητα. Ο χρόνος τους πιέζει. Ο καθένας από το δικό του μετερίζι αγωνίζεται για την απόκρουση του φασισμού. Πάνω στα βουνά οι στρατιώτες με τα όπλα. Μέσα στο Μουσείο οι εργάτες με ξύλινα κιβώτια, σκαπάνες, τροχαλίες. Οι μεν χάνουν την μάχηπώς να νικήσεις άλλωστε την κρεατομηχανή του Γ’ Ράιχ; Οι δε κερδίζουν! Η απόκρυψη των αγαλμάτων στέφθηκε με επιτυχία. Το παρελθόν και η Ιστορία της ράτσας μας είναι πλέον προστατευμένα από τον σκοταδισμό του φασισμού.
    Την ημέρα που τα βαριά αγάλματα θα καταδυθούν στην τάφρο της κεντρικής αίθουσας του Μουσείου η Αγγελίνα θα σταθεί με δέος και συγκίνηση μπροστά τους και θα τα αποχαιρετήσει. Ο Κούρος του Σουνίου θα της χαμογελάσει μελαγχολικά αλλά και περήφανα κι εκείνη θα του υποσχεθεί πως ΔΕΝ ΘΑ ΞΕΧΑΣΕΙ ΠΟΤΕ! Πως θα ΘΥΜΑΤΑΙ ΠΑΝΤΑ! Πως ΘΑ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ ΠΑΝΤΑ!

     Ένα εξαιρετικό βιβλίο για τους έφηβους -και όχι μόνο!- στις σελίδες του οποίου η Ιστορία, η φιλία, η συνειδητοποίηση του χρέους απέναντι στην πολιτιστική μας κληρονομιά συγκινεί τον αναγνώστη και τον φέρνει κοντά σε μια άγνωστη ιστορική στιγμή, στην Απόκρυψη των Αγαλμάτων. 
      Πολλές σκηνές με έκαναν να βουρκώσω από συγκίνηση και θαυμασμό για την πένα της συγγραφέως: ο αποχαιρετισμός της Αγγελίνας, η σκηνή που περιγράφεται η τοποθέτηση του Κούρου του Σουνίου στην τάφρο, η χάρη που ψιθύρισε στα ενταφιασμένα αγάλματα, η στοργή που είχαν τα χέρια των γυναικών όταν τύλιγαν με εφημερίδες τα αγγεία.

     Χαρίστε στα παιδιά σας το «Όταν έφυγαν τ’ αγάλματα» της Αγγελικής Δαρλάσης! Είμαι σίγουρη πως διαβάζοντάς το θα αγαπήσουν τη μυθιστοριογραφία!

     Μια όμορφη και φορτισμένη σκηνή(σελ. 176-178: Ο Κούρος του Σουνίου τοποθετείτε στο όρυγμα): 

   Με μάτια καρφωμένα πάνω του παρακολουθούσα τον γίγαντα που αργά αργά σηκώθηκε στον αέρα. Αιωρούνταν πάνω από το έδαφος με την γνωστή μεγαλοπρέπεια και νηφαλιότητα που τον χαρακτήριζε. Λίγο πιο πέρα άκουσα ένα «κλικ» κι ένα φλας άστραψε. 
     Ο φωτογράφος είδε που τον κοίταζα και γύρισε και μου χαμογέλασε. 
     «Για να θυμόμαστε αυτές τις στιγμές. Να μην τις ξεχάσουμε» είπε. 
      Δεν κατάλαβα αν το είπε θλιμμένα ή με ενθουσιασμό. Μπορεί να ήταν και τα δύο...
     ... Έκλεισα τα μάτια. Να είμαι σίγουρη πως το μυαλό το δικό μου θα κρατούσε για πάντα εκείνη τη στιγμή. Έδωσα όρκο να μην  ξεχάσω ποτέ. Να θυμάμαι για πάντα. Ακόμα και στα όνειρά μου. 
     Κι έπειτα άνοιξα πάλι αργά τα μάτια μου.
    Είδα γοητευμένη για ακόμα μια φορά τον θλιμμένο γίγαντα, τον μελαγχολικό πρίγκιπα των παιδικών μου χρόνων.
    Θέλησα να του φωνάξω, αλλά δίπλα στα αυτιά του ήταν στερεωμένα σακιά με άμμο για να μην τον πληγώσουν τα σχοινιά και οι αλυσίδες. Δε θα με άκουγε.
    Αλλά μπορούσε να με δει. Τον έβλεπα να με κοιτάζει το ίδιο μελαγχολικά, αποφασίστηκα και ονειροπόλα όπως κάθε φορά. Του χαμογέλασα. Ήξερα πως μπορούσε να καταλάβει αυτό που σκεφτόμουν. 
    «Κράτα καλά τα αστέρια, θλιμμένε μου γίγαντα, αγέρωχε πρίγκιπά μου. Φύλαξέ τα τώρα καλύτερα από ποτέ. Γιατί τώρα πλησιάζει σκοτάδι. Μόνο όταν ξαναβγείς στο φως τότε... Μόνο τότε να τα δώσεις πίσω στον ουρανό. Τότε και μόνο τότε θα ξαναγίνει ο ουρανός το ίδιο φωτεινός. Εμείς... θα περιμένουμε».   

Βαθμολογία 5/5
Στοιχεία Βιβλίου:
Τίτλος: Όταν έφυγαν τ’ αγάλματα
Συγγραφέας: Αγγελική Δαρλάση
Εκδ.: Μεταίχμιο
Ημερ.Εκδ.: 16/11/2015 
Σελ.: 224
Δήμητρα Κωλέτη

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Το κορίτσι με το τατουάζ-Stieg Larsson

Αφιέρωμα στα βιβλία της Καίτης Οικονόμου!

Σκοτεινό ποτάμι-Dennis Lehane

Η τριλογία της Jennifer Donnelly