
Το 1827 ο Καποδίστριας βρίσκεται στο λιμάνι της Ανκόνας και αναμένει, για έναν ολόκληρο μήνα, την άφιξη αγγλικού πλοίου προκειμένου να τον μεταφέρει στην Ελλάδα και στα καθήκοντα που του ανατέθηκαν και που εκείνος δέχθηκες να αναλάβει με αίσθημα ευθύνης και αφοσίωσης προς την πολύπαθη πατρίδα. Τις μέρες της αναμονής δέχεται μια σκηνοθετημένη, όπως αποδείχθηκε αργότερα, δολοφονική επίθεση από όπου και βγήκε αλώβητος χάρις την σωτήρια παρέμβαση του βαλτού από τον Μέτερνιχ, Πέτρου Σκοτεινού. Έπειτα από αυτό το περιστατικό, ο Καποδίστριας εντάσσει τον Σκοτεινό, όνομα και πράγμα, στη προσωπική του φρουρά όπου εκείνος πλέον κινείται, με προστατευτικότατα και διακριτικότητα, ένα βήμα πίσω από τον Κυβερνήτη.
Η θέση του αυτή θα τον κάνει τον τέλειο αφηγητή αφού με το λόγο του στήνει το πορτρέτο του Κερκυραίου πολιτικού καθώς και το πολιτικοκοινωνικό σκηνικό κάτω από το οποίο βρέθηκε να κυβερνά ο Καποδίστριας. Για τρία χρόνια (1828-1831) ο Κυβερνήτης παραμελεί την προσωπική του ζωή και ρίχνεται ψυχή τε και σώματι στον αγώνα για την αναδιοργάνωση του κράτους. Εμφύλιοι σπαραγμοί, ανύπαρκτος στρατός, ένας Ιμπραήμ που καίει την Πελοπόννησο και απειλεί τον οχταετή αγώνα και την έκβασή του, ανέχεια, αμορφωσιά και πόνος είναι όσα βρίσκει ο Καποδιστρίας με τον ερχομό του και όσα μπαίνουν στο χαρτοφυλάκιο των υποχρεώσεών του.
Οι ίντριγκες όμως, οι διχασμοί, τα συμφέροντα, οι κοτζαμπάσηδες, τα δάνεια και η απληστία στήνουν εμπόδια, βάζουν τρικλοποδιές και μετατρέπουν τον Σωτήρα του Έθνους ως την ‘’ευκαιρία που χάθηκε για πάντα’’ ώστε να γίνει η Ελλάδα μια ανεξάρτητη και λειτουργική χώρα. το Ωσσανά του λαού γρήγορα μετατρέπεται από τους πολιτικάντηδες κυρίως και τους κοτζαμπάσηδες σε «Σταύρωσων Αυτών»...