Άρτιο, συγκινητικό, ατμοσφαιρικό, ανθρώπινο και με περιγραφές τέτοιες που να γεννούν τον θαυμασμό του αναγνώστη για την συγγραφική δεινότητα της συγγραφέως
είναι κάποιες από τις λέξεις που μπορούν να χαρακτηρίσουν το νέο βιβλίο της
Σόφης Θεοδωρίδου, το «Στεφάνι από ασπάλαθο»!
Αν η συγγραφέας ήθελε να αποτυπώσει στο χαρτί το κλίμα της μετεμφυλιακής Ελλάδας, μιας Ελλάδας που οι πληγές του Εμφυλίου αιμορραγούσαν και έπνιγαν στο αίμα τις ακόμα και ανθρώπους που επί της ουσίας δεν είχαν εμπλακεί στην σύρραξη, όπως η ηρωίδα μας η Κασσιανή, τότε το πέτυχε απόλυτα καθώς κατόρθωσε με την γλαφυρή και ευαίσθητη πένα της να με μεταφέρει στον χωροχρόνο και να με κάνει να νιώσω με όλες μου τις αισθήσεις την εποχή που η Ιστορία έκανε με την αεικίνητη δύναμή της τους ανθρώπους της και τις ζωές τους μαριονέτες στο θίασο της.
Αν η συγγραφέας ήθελε να αποτυπώσει στο χαρτί το κλίμα της μετεμφυλιακής Ελλάδας, μιας Ελλάδας που οι πληγές του Εμφυλίου αιμορραγούσαν και έπνιγαν στο αίμα τις ακόμα και ανθρώπους που επί της ουσίας δεν είχαν εμπλακεί στην σύρραξη, όπως η ηρωίδα μας η Κασσιανή, τότε το πέτυχε απόλυτα καθώς κατόρθωσε με την γλαφυρή και ευαίσθητη πένα της να με μεταφέρει στον χωροχρόνο και να με κάνει να νιώσω με όλες μου τις αισθήσεις την εποχή που η Ιστορία έκανε με την αεικίνητη δύναμή της τους ανθρώπους της και τις ζωές τους μαριονέτες στο θίασο της.
Η πλοκή του, οι χαρακτήρες και η οπτική γωνιά
που προσεγγίζει την ιστορία, αυτή δηλαδή της γυναίκας που μένει πίσω να
αντιμετωπίσει την εχθρική κοινωνία της εμφυλιακής και μετεμφυλιακής Ελλάδας και
να επωμιστεί τον αντίκτυπο των πράξεων του αντάρτη-αριστερού συζύγου της, με
κέρδισαν από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα του βιβλίου. Η γραφή της είχε
τόση δύναμη που πολλές από τις σκηνές του κειμένου κατόρθωσαν να σκαρφαλώσουν
στα βλέφαρα μου και να πάρουν οπτική διάσταση κάνοντάς με έτσι κοινωνό τους. Πόσες φορές αλήθεια ένιωσα ότι βρισκόμουν σε μια γωνιά του σπιτιού της
Κασσιανής και έβλεπα αλλά κυρίως ένιωθα στα χείλια μου την πίκρα που άφηναν οι
συμφορές της…..!
Η
ιστορία της ηρωίδας μας ξεκινά το καλοκαίρι του 1939. Το πλατωνικό φιλί που θα ανταλλάξει
με τον δεκαοχτάχρονο Λυκούργο θα γίνει αντιληπτό από τον ιεροκήρυκα και θερμό
υποστηρικτή του Μεταξικού καθεστώτος πατέρα της κάτι που θα τον οδηγήσει στην επιβολή της άκαρδης και απάνθρωπης τιμωρία της. Η δεκαπεντάχρονη Κασσιανή θα διωχθεί, μετά τον
ξυλοδαρμό της, από το πατρικό της και θα ακολουθήσει τον Λυκούργο στο σπίτι των
γονιών του όπου και μετά από λίγο καιρό θα τον παντρευτεί. Από εκεί και πέρα θα
παρακολουθήσουμε την πορεία της ζωής της, μια πορεία στην οποία οι δρόμοι της,
άλλοτε μαζί με τον Λυκούργο και άλλοτε ολομόναχη, περνούν μέσα από τα ζοφερά
και κακοτράχαλα χρόνια της Κατοχής, του Εμφύλιου και του κοινωνικού αποκλεισμού
που φέρει η επιλογή του Λυκούργου να εμπλακεί στον αδελφοκτόνο σπαραγμό. Η
ιστορία της θα φτάσει έως το λυκαυγές της δεκαετίας του ’50, δέκα χρόνια δηλαδή
μετά την λήξη του Εμφυλίου και είκοσι μετά τον γάμο της που όπως λέει και η
ίδια ένιωσε πως το στεφάνι του ήταν φτιαγμένο από αγκαθωτό ασπάλαδο……






