Η Κλαίρη Θεοδώρου, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της πονήματος, απαντά στο ερωτηματολόγιο των ΒιβλιοΑναφορών και μας παρουσιάζει την «Αποικία της λήθης», η οποία και κυκλοφορεί ήδη από τις 6 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
Την ευχαριστώ θερμά για την παραχώρηση της παρούσας συνέντευξης, η οποία και φυσικά αποτελεί μεγάλη τιμή για το blog και για εμένα προσωπικά.
Απολαύστε την…. και γνωρίστε λίγο παραπάνω την άνθρωπο και συγγραφέα Κλαίρη Θεοδώρου!
1. Από τις 6 Οκτωβρίου το νέο σας πόνημα, «Η αποικία της λήθης», απέκτησε μια θέση στις προθήκες των βιβλιοπωλείων! Αφού σας ευχηθώ να είναι καλοτάξιδο, θα σας ζητήσω να μας το παρουσιάσετε με τον δικό σας μοναδικό τρόπο.
Στο επίκεντρο του βιβλίου «Η Αποικία της Λήθης» βρίσκεται το Ψυχιατρείο της Λέρου ή αλλιώς η «Αποικία Ψυχοπαθών Λέρου», όπως ήταν η ονομασία του Θεραπευτηρίου κατά την ίδρυσή του, καθώς και η κοινή πρακτική που υπήρχε να καταλήγουν εκεί άνθρωποι ξεχασμένοι από τους πάντες, άτομα που δεν αντιμετώπιζαν κανένα ψυχιατρικό πρόβλημα, αλλά που ήταν απλά ανεπιθύμητα στην ίδια την οικογένειά τους. Επρόκειτο για απόκληρους, κοινωνικά στιγματισμένους – κλέφτες, επιληπτικούς, βαριά σωματικά ανάπηρους – που η ντροπή που προκαλούσαν στις οικογένειες του ήταν τέτοια, που επέβαλε την αποπομπή τους όσο πιο μακριά γινόταν, κάπου που να μη τους έβρισκε ποτέ κανείς, στη Λέρο. Παράλληλα το βιβλίο πραγματεύεται την ιστορία μιας οικογένειας από τη Ρόδο, που η μοίρα και το ριζικό της εμπλέκεται με τον μελανό κόσμο της «Αποικίας». Βαριά οικογενειακά μυστικά και ανίερα ερωτικά πάθη καθιστούν τη σχέση της Έλλης, της πρωταγωνίστριας του βιβλίου, με τον πατέρα της εξαιρετικά δυσλειτουργική. Μετά το θάνατο του δεύτερου ξεκινά λοιπόν για την Έλλη ένα ταξίδι αναζήτησης: της αλήθειας και της πραγματικής οικογενειακής της ιστορίας. Γιατί μονάχα γνωρίζοντας το παρελθόν, μπορεί να σταθεί στα πόδια της στο παρόν και να σχεδιάσει το μέλλον.
2. Ποιο ήταν το πρώτο ερέθισμα που έπλασε στο μυαλό σας την υπόθεση του νέου σας βιβλίου;
Συνδυασμός δύο ερεθισμάτων με οδήγησαν στη συγγραφή αυτού του βιβλίου. Αρχικά μια παλιά, ασπρόμαυρη, γαμήλια φωτογραφία, που τυχαία ανακάλυψα, καθώς ήταν εσκεμμένα καταχωνιασμένη σε κάποια ντουλάπα στο πατρικό σπίτι του παππού μου στο χωριό. Στη φωτογραφία αυτή απεικονιζόταν ένα νιόπαντρο νεαρό ζευγάρι – η αδερφή του παππού μου νύφη, προφανώς μαζί με τον σύζυγό της – σε μία από αυτές τις κλασσικές γαμήλιες πόζες μιας άλλης εποχής. Η γυναίκα, πανέμορφη και λαμπερή μέσα στο κατάλευκό της νυφικό χαμογελούσε ευτυχισμένη στο φακό κρεμασμένη από το μπράτσο του άντρα. Του γαμπρού η μορφή όμως ήταν εξαφανισμένη, αφού είχε καλυφθεί όλη, μουτζουρωμένη με μαύρο ανεξίτηλο μελάνι. Ακόμα θυμάμαι πως είχα ανατριχιάσει, όταν είχα πρωτοδεί αυτήν τη φωτογραφία. Ποιο μίσος θα μπορούσε να σπρώξει έναν άνθρωπο να προβεί σε μια τέτοια κίνηση, να θελήσει τόσο πολύ να εξαφανίσει κάποιον από προσώπου γης, ώστε να νιώσει την ανάγκη να τον εξαλείψει δια παντός ακόμα και από μια γαμήλια φωτογραφία; Το δεύτερο ερέθισμα ήταν μια από τις πολλές επισκέψεις μου στη Λέρο – αυτήν τη φορά για περισσότερο χρονικό διάστημα απ’ ότι τις προηγούμενες – κατά την οποία είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με κόσμο και να γοητευτώ εκ νέου από την απίστευτη ιστορία και την ενέργεια του συγκεκριμένου τόπου και κυρίως του Κρατικού Θεραπευτηρίου Λέρου. Έτσι άρχισα να πλάθω μέσα μου το σενάριο, την ιστορία του βιβλίου αυτού συνθέτοντας αναδυόμενες μνήμες, βιώματα και πλαστές επινοήσεις και εντάσσοντάς τα, μετά την επίσκεψή μου αυτή στη Λέρο στο κατάλληλο, κατά τη γνώμη μου, σκηνικό.
3. Ποιος από τους ήρωες του νέου σας βιβλίου είναι ο αγαπημένος σας; Και ποιος σας ‘’ταλαιπώρησε’’, είτε ψυχολογικά, αφού απείχε πολύ από τον δικό σας ψυχισμό, είτε τεχνικά, να τον αποτυπώσετε στο χαρτί;