Συζητώντας με την συγγραφέα Νοέλ Μπάξερ!

     Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της βιβλίου η Νοέλ Μπάξερ απαντά στο ερωτηματολόγιο των ΒιβλιοΑναφορών και μας το παρουσιάζει μέσω των κατατοπιστικών απαντήσεων της. «Το χνάρι που δεν έσβησε» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Διόπτρα στις 13 Απριλου. Της εύχομαι ολόψυχα να είναι καλοτάξιδο και να αφήσει το δικό του χνάρι στην σύγχρονη ελληνική Λογοτεχνία! Την ευχαριστώ θερμά για τον χρόνο που διέθεσε ώστε να πραγματοποιηθεί η παρούσα συνέντευξη, η οποία και φυσικά αποτελεί μεγάλη τιμή για το blog και για εμένα προσωπικά!  
     Διαβάστε την λοιπόν και ανακαλύψτε ένα κομμάτι του έργου και κυρίως της προσωπικότητας της συγγραφέως Νοέλ Μπάξερ!     

1. Από τις 13 Απριλίου το νέο σας πόνημα «Το χνάρι που δεν έσβησε», απέκτησε μια θέση στις προθήκες των βιβλιοπωλείων! Αφού σας ευχηθώ να είναι καλοτάξιδο, θα σας ζητήσω να μας το παρουσιάσετε με τον δικό σας μοναδικό τρόπο.
Είναι το 4ο μυθιστόρημά μου και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα. Έχει τίτλο «Το χνάρι που δεν έσβησε» και περί αυτού ακριβώς πρόκειται: Για ένα χνάρι που δεν έσβησε. Ένας νέος στα 1990 ανακαλύπτει το πανωφόρι του πατέρα του στο υπόγειο του σπιτιού του, δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια αφότου πέθανε ο πατέρας. Ξεκινώντας από αυτό θα πάει δυο γενιές πίσω και θα ανακαλύψει πολλά, άλλα θαυμαστά και άλλα αποτρόπαια, αναζητώντας την χαμένη ταυτότητα του πατέρα του, ποιος πραγματικά ήταν. Μια συγκλονιστική πορεία με αναθεωρήσεις, με συγκρούσεις, με αλήθειες, αλλά και με αγάπη. Το πανωφόρι του πατέρα είναι ένα χνάρι. Έπονται πολλά!
Με αυτό μου το βιβλίο θέλησα ένα βαθύ ψυχογραφικό μυθιστόρημα που, με την αλυσιδωτή σχέση δράσης-αντίδρασης, να ασχολείται με τα δρώμενα της ανθρώπινης ψυχής όταν πάνω της παίζουν η Ιστορία και τα ήθη της εποχής. Ξεκινώ από την 4η Αυγούστου του Μεταξά, με τον πρώτο σε ηλικία ήρωα, και κυλάω στους μεταγενέστερους ήρωες ακολουθώντας τα θηριώδη ιστορικά γεγονότα της δικής τους εποχής: Αλβανικό Έπος-Κατοχή-Εμφύλιος, και ύστερα Χούντα. 
Είναι ένα μυθιστόρημα πλημμυρισμένο από συναίσθημα και λυρισμό. Συμβαίνει «στην πόλη που κύλησε στη θάλασσα».

2. Ποιο ήταν το πρώτο ερέθισμα που έπλασε στο μυαλό σας την υπόθεση του νέου σας βιβλίου;

Ήταν μια παρατήρηση. Πως χωρίς κάποιο εμφανή λόγο άνθρωποι στο περιβάλλον μου, μεγαλύτεροι από μένα, οι γονείς μου και οι συνομήλικοί τους συγκεκριμένα, συχνά συμπεριφερόντουσαν με έναν τρόπο που δεν συμφωνούσε με τον χαρακτήρα τους. Δεν ήταν η αναμενόμενη συμπεριφορά τους, σε αρμονία με την ιδιοσυγκρασία τους. Με αφορμή αυτή την παρατήρηση ήρθαν στο μυαλό μου εικόνες, αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια, όπως ότι την νύχτα της 21ης Απριλίου του ’67, στο ξέσπασμα της Δικτατορίας, στην Καβάλα όπου μεγάλωσα κάποιοι γονείς πήγαν για ύπνο, ενώ κάποιοι άλλοι, όπως ο μπαμπάς της κολλητής φίλης μου, ξαγρύπνησαν πίσω από την εξώπορτα του σπιτιού τους με τη βαλίτσα τους έτοιμη, περιμένοντας να χτυπήσει το κουδούνι. Εύλογα μου γέννησαν απορίες αυτά. Έχω τις απαντήσεις. Δεν είναι καθυστερημένα. Ήρθε η ώρα.
Στο «Το χνάρι που δεν έσβησε» αναφέρομαι σε άσβεστα υλικά που σιγοκαίνε στα υπόγειά μας. Όπως στην περίπτωση της γης, πολύ σχετικό το παράδειγμα, που εμείς στην επιφάνειά της δεν έχουμε κάποιο σημάδι, δεν παίρνουμε χαμπάρι τι γίνεται στα έγκατά της. Μέχρι που θα εκραγεί το ηφαίστειο…

3. Διαβάζοντας ένα βιβλίο ψάχνω πάντα κάτω από τις λέξεις τα μηνύματα που ίσως θέλει ο συγγραφέας να μεταφέρει στους αναγνώστες του. Μπορείτε να μοιραστείτε μαζί μας ένα μήνυμα που οι κεντρικοί ήρωες του νέου βιβλίου σας, θέλουν οπωσδήποτε εμείς οι αναγνώστες να το ''παραλάβουμε'';

Στο Χνάρι δεν έχετε ανάγκη να ψάξετε το μήνυμα κάτω από τις λέξεις γιατί το βροντοφωνάζω σε 649 σελίδες! Το περιβάλλον, ιστορικό ή οικογενειακό, κατά την παιδική και νεανική ηλικία, τότε που όλα είναι υπερμεγέθη, έχει τη δύναμη να μετακινεί τη ζωή από την αρχική πορεία της. Χωρίς να το ακούμε το χρατς και χωρίς να νιώθουμε το γρατζούνισμα, εν αγνοία μας και ερήμην μας, η ψυχή μας δέχεται χαρακιές. Ρηχές, βαθιές, απ’ όλες! Θα μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους, θα μας κάνουν χειρότερους ανθρώπους, πάντως δεν θα μας αφήσουν ίδιους. Η πορεία που θα είχαμε κανονικά, μετατοπίζεται.
Τα βαριά, τραγικά γεγονότα κατά την παιδική και τη νεανική ηλικία των ηρώων στο νέο μου μυθιστόρημα, που στον έναν ήρωα οφείλονταν στο ιστορικό του περιβάλλον και στη δεύτερη στους ανθρώπους που της έτυχαν από την ημέρα που γεννήθηκε, έκαναν τη ζωή τους να παρεκκλίνει. Μέσα από το ανθρώπινο πάρε-δώσε, αυτό πέρασε στους γύρω τους, και πρώτα και κύρια στους μεταγενέστερους φυσικά. Η προηγούμενη γενιά ξεβάφει στην επόμενη.

4. Ποιος από τους ήρωες του νέου σας βιβλίου είναι ο αγαπημένος σας; Ποιος σας ταλαιπώρησε να τον αποτυπώσετε στο χαρτί; Και ποιος σας έκανε να κλάψετε μαζί του;

Δεν μου το επέτρεψαν οι ήρωες του βιβλίου να έχω έναν αγαπημένο. Ο καθένας όταν ασχολιόμουν μαζί του, όταν έγραφα γι’ αυτόν εννοώ, ήταν ο αγαπημένος μου. Ήμουν δοσμένη ολόψυχα σε εκείνον. 
Χωρίς να με δυσκολέψει, γιατί κι ας μην της φαίνεται ήταν πολύ βολικός άνθρωπος, με απασχόλησε αρκετά η Υπατία. Είχα μεγάλες κουβέντες με αυτήν την ηρωίδα μου. Έπρεπε να δείξω στους αναγνώστες πως η κακία της ήταν σύμπτωμα και όχι η φύση της, αλλά γι’ αυτό έπρεπε πρώτα να βεβαιωθώ εγώ. Με έπεισε και την αποτύπωσα όπως ακριβώς ήταν. Ένας κακός άνθρωπος με καλή καρδιά. Από την αντίθεση που περιέχει τούτη η πρόταση αντιλαμβάνεστε πόσες κουβέντες προηγήθηκαν!
Ο Σπάρτακος, που ξέρω πως έχει κάνει αναγνώστριες να κλάψουν -μου το έγραψαν αυτό σε μηνύματα- με λύπησε υπέρμετρα, με συγκίνησε βαθύτατα, μου δημιούργησε πολλά και διάφορα πολύ έντονα συναισθήματα μα δεν με έφερε στο σημείο να κλάψω. Νομίζω πως είχα ταυτιστεί με τον ήρωα. Όπως εκείνος, αντιμετώπισα την τραγικότητα της κατάστασής του με σιωπή και αξιοπρέπεια. Ήμουν και είμαι πολύ περήφανη γι’ αυτόν. Κρίμα που δεν είναι πραγματικό πρόσωπο, να του πω πόσο τον θαυμάζω. Και ότι λυπάμαι να του πω, που δεν μπόρεσα να τον υπερασπιστώ. Ίσως το ότι δεν έκλαψα να είναι από ενοχή.
Αντίθετα, με τον Άγη ήμουν πιο ανοιχτή. Τα εισέπνευσα, τα κατάπια, με κάθε τρόπο δέχτηκα μέσα μου τα αισθήματά του. Με συγκλόνισε αυτός ο νεαρός ήρωας. Με συνεπήρε σαν φύλλο στον άνεμο.

5. Πείτε μας τα συναισθήματα ή τις σκέψεις που σας συντρόφευαν την στιγμή που γράφατε την λέξη Τέλος στην ιστορία του νέου σας βιβλίου.

Ανακούφιση. Απίστευτη κούραση. Ξοδεμένη. Αποχαιρετισμός. Θλίψη για το αντίο. Οι ήρωες με κοιτούν με απορία. Πού τους αφήνω, με ρωτούν. Ντροπή που φεύγω. Νιώθω πολύ μόνη. Λύπη. Ταυτόχρονα, χαρά γιατί κι εκείνοι ελευθερώνονται από μένα. Περηφάνια. Νιώθω περήφανη για τους «ανθρώπους» που βγάζω στην κοινωνία του αναγνωστικού κοινού.
Ίσως για όλα αυτά τα αλληλοσυγκρουόμενα δυνατά αισθήματα, να ξέρετε, ποτέ σε μυθιστόρημά μου δεν γράφω τη λέξη «τέλος». Τελειώνω με την τελευταία τελεία.

6. Ποια επίθετα θα χρησιμοποιούσατε για να χαρακτηρίσετε «Το χνάρι που δεν έσβησε»;

Γερό σαν ταύρος, στιβαρό, έντονο, γενναίο, τολμηρό, ακούραστο, χειμαρρώδες, ειλικρινές, ψαγμένο, ευπαρουσίαστο και καλοχτενισμένο, σκληρό και την ίδια στιγμή μαλακό, λείο, βελούδινο, ζωντανό, ανεκτά καυτό, σπαρταριστό, μαινόμενο, συναρπαστικό, σπαραξικάρδιο, τρυφερό, συναισθηματικό, υγρό, χορτασμένο, χορταστικό.
Φτάνουν αυτά;

7. Εσείς κατευθύνετε τους ήρωες ή οι ήρωες σας από ένα σημείο και μετά αυτομολούν και κατευθύνουν το χέρι σας κατά την διάρκεια της συγγραφής; 

Ομολογώ πως δεν είμαι αυτού του τύπου καπετάνιος-συγγραφέας. Το πλήρωμα δεν θέλω να αυτομολεί. Πριν ξεκινήσει το πλοίο, η συγγραφή, έχουμε όλοι μαζί αποφασίσει τι θα κάνουμε. Ο κάθε ήρωας έχει τη θέση του, τον σκοπό του, τη φωνή του. Ξέρει  τον χώρο του, έχει και μια καλή αίσθηση του χρόνου που θα του δοθεί. Ξεκινάω να γράφω, να περνάω στο χαρτί τα σχεδιασμένα στο νου μου, όταν είμαι ξεκάθαρη στο τι θέλω και πώς καλύτερα αυτό μπορεί να γίνει. Ο τρόπος αυτός δουλειάς μού ταιριάζει. Είμαι οργανωτικός άνθρωπος. Τακτικός. Η δημιουργικότητα δεν προϋποθέτει τα πάντα χύμα στον αέρα. Το αντίθετο. Προτιμάει κάπου να πατάει. Η άποψή μου είναι, και αυτό κάνω, πως το γενικό πλαίσιο πρέπει να είναι προκαθορισμένο, όπως ο χώρος και ο χρόνος του μυθιστορήματος, με σαφήνεια, ώστε μέσα σε αυτό, έπειτα, να μπορεί ο συγγραφέας να ξεσαλώσει χωρίς την αγωνία μήπως παραπέσει. Είναι ελεύθερος και να χορέψει και να παλέψει κι ό,τι άλλο θέλει με τις εμπνεύσεις του, χωρίς να ξεφύγει εκτός θέματος. 
Μου έχει τύχει δευτερεύων ήρωας κατά τη διαδικασία της συγγραφής να μου βγει πιο ισχυρός, αλλά μέχρι εκεί, τέτοιου βαθμού είναι οι αλλαγές. 

8. Στα περισσότερα βιβλία σας η Ιστορία πρωταγωνιστεί. Τι είναι αυτό που σας μαγνητίζει, εκτός βέβαια από τα ιστορικά γεγονότα, και τοποθετείτε τους ήρωες σας σε εκείνες τις ιστορικές εποχές; Η εποχή μας, άραγε, είναι μια εποχή που μπορεί να εμπνεύσει; 

Δεν πρωταγωνιστεί η Ιστορία στα βιβλία μου. Ο ρόλος της είναι υποστηρικτικός. Υπάρχει μια πλοκή και η Ιστορία έρχεται να την στηρίξει. Στη δράση του βιβλίου πέφτει το φως, ενώ στα ιστορικά γεγονότα, όταν αυτά χρειάζεται να υπάρχουν στον καμβά, στο πίσω μέρος, υποφωτίζονται. Πολύ συνειδητά, και με προσοχή, έχω τραβήξει μια γραμμή, ως πού θα φτάνει η Ιστορία. 
Στο «Από δρυ παλιά κι από πέτρα», που αφορούσε την ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα, ήταν αναμενόμενο πως θα κυλούσε η δράση παράλληλα με την εξέλιξη της Ιστορίας. Στο «Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος» δεν θα μπορούσα να αναφερθώ στον ποντιακό ξεριζωμό και τα μετέπειτα χωρίς τον ποντιακό ξεριζωμό και τα μετέπειτα. Στο τρίτο, στο «Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας» έπρεπε να φέρω τον Ερρίκο Σλήμαν σε κάποιες σελίδες για να πει στην νεαρή Βενετία να μην εγκαταλείψει το νεανικό της όνειρο. Εδώ, στο «Το χνάρι που δεν έσβησε», στα δραματικά ιστορικά γεγονότα και τα κλειστά ήθη της εποχής κρύβονταν αιτίες. Έπρεπε να τις βρω. Να τις δούμε.
Πιστεύω πως το παρελθόν έχει αξία. Λόγο να υπάρχει. Στη ζωή μου το θέλω. Αφού το θέλω για μένα, τότε γιατί όχι για τους ήρωές μου, στη δική τους ζωή; Το παρελθόν μάς δίνει χρήσιμες πληροφορίες και μας δείχνει δρόμους για να κατανοήσουμε το παρόν και να προετοιμάσουμε πιο σωστά το μέλλον. Όταν έρχεται η Ιστορία σε ένα μυθιστόρημά μου την καλοδέχομαι. Δεν την αφήνω όμως να πρωταγωνιστήσει.
Για το τελευταίο που με ρωτήσατε, εάν η εποχή μας είναι ικανή να εμπνεύσει, ασφαλώς και είναι. Όταν κρυώσει. Τώρα είναι πολύ ζεστή για να την πιάσουμε οι συγγραφείς.

9. Σε ποια ιστορική εποχή- ιστορικό γεγονός θα θέλατε, σε κάποιο από τα επόμενα βιβλία σας, να τοποθετήσετε τους ήρωες σας, μιας και πιστεύετε πως αυτή η ιστορική εποχή, αυτό το ιστορικό γεγονός, θα προσφέρει από την μια στους αναγνώστες σας την αναγνωστική απόλαυση που αποζητά ένας βιβλιόφιλος και από την άλλη σε εσάς την συγγραφική πληρότητα μέσω της έρευνας που υποθέτω πως κάνετε για να αποτυπώσετε στο χαρτί την κάθε εποχή; 

Δεν έχω απάντηση σε αυτό. Τις υποθέσεις των μελλοντικών μου βιβλίων δεν τις γνωρίζω από τώρα. Και, όπως εξήγησα παραπάνω, η Ιστορία ακουμπάει στην πλοκή κι όχι η πλοκή στην Ιστορία. Αντίστροφα γίνεται.

10. Αλήθεια, πόση και τι είδους έρευνα κάνετε πριν την συγγραφή των βιβλίων σας;
Το πόση ποικίλει και είναι πάντα πολύ. Έως πάρα πολύ! Φορές το παρακάνω γιατί μου αρέσει η έρευνα, έτσι πείθω τον εαυτό μου πως δεν έχω χορτάσει ακόμα. Ξεκινώ από την ιστορική έρευνα, να γνωρίσω καλά χώρο, χρόνο και το ιστορικό περιβάλλον. Χρησιμοποιώντας όλα τα εργαλεία, όπως κείμενα, φωτογραφίες, ηχητικά… Τα ντοκουμέντα. Στην συνέχεια συμπληρώνω με την ατμόσφαιρα της εποχής. Τη λεγόμενη «αύρα». Τούτη είναι απίστευτα λεπτομερής αλλά άκρως απολαυστική δουλειά. Απαιτείται να ξεφεύγω από τα σημερινά μου δεδομένα. Δεν είναι πάντα εύκολο αλλά όταν γίνεται είναι ωραία. Είναι σαν να βρίσκομαι σε όνειρο και να πετώ σε μιαν άλλη εποχή. Μετέπειτα, στη φάση της συγγραφής, όταν γράφω, ιδιαίτερα στους διαλόγους, αναζητώ και ξαναμπαίνω σε εκείνο το όνειρο. Επειδή το έχω επισκεφτεί, το ξέρω.

11. Μέσα στο γραπτό σας βάζετε αυτοβιογραφικά στοιχεία;

Εν γνώσει μου όχι. Εξαίρεση έκανα μόνο μία φορά, στη Δρυ, για μερικές σελίδες του πατέρα μου. Ούτε βάζω ιστορίες που μου διηγούνται, αυτοβιογραφικά τρίτων δηλαδή. Δεν με αφορούν, δεν με αγγίζουν. Έχω τη δική μου αποθήκη. Θέλω να το έχω χωνέψει στο δικό μου στομάχι. Υποθετικά, αν είναι κρασί, να το έχω δει να παλιώνει, να έχω σηκώσει το καπάκι και να το έχω χιλιομυρίσει.

12. Πότε ήρθε η συγγραφή στην ζωή της Νοέλ Μπάξερ; Ποια ανάγκη τής ικανοποιεί;

Απαντώντας στο πότε, το να στήνω ιστορίες και να τις περνάω στο χαρτί ήρθε νωρίς. Από τα σχολικά χρόνια. Απ’ ό,τι μου λένε μάλιστα, αν αυτό έχει σημασία, από τα πρώτα σχολικά χρόνια. Η συγγραφή ήρθε αργά. Ήμουν μεγαλούτσικη.
Δεν μου ικανοποιεί καμιά ανάγκη με λογικό τρόπο. Το γιατί γράφω μού είναι άγνωστο. Από λίγο, ως ένα βαθμό, ισχύουν όλα αυτά που ακούω άλλοι συγγραφείς να λένε: ναι, ξεδίνω, ναι, έτσι γνωρίζω καλύτερα τον εαυτό μου, ναι, μου αρέσει και το κάνω, ναι, πετάγομαι μέσα στη νύχτα. Όμως, και να τα προσθέσω αυτά, και άλλα τόσα, πάλι χάνεται ο πιο ουσιαστικός λόγος. Εκείνος που αγνοώ. Λυπάμαι, δεν μπορώ να τον δω.

13. Ποιος διαβάζει για πρώτη φορά το βιβλίο σας ή κάποιες από τις πρώτες σελίδες του από το οικείο περιβάλλον σας; Δέχεστε την όποια κριτική του και επηρεασμένη από αυτή σπεύδετε να διορθώσετε τις όποιες παρατηρήσεις του -αν υπάρχουν φυσικά- ή είστε ‘’αμετακίνητη’’ σε ότι έχετε γράψει; 

Ο άντρας μου το διαβάζει πρώτος. Και τιμητικά και επειδή αποδεδειγμένα είναι καλός κριτής. Υπάρχουν δυο-τρεις άνθρωποι που το βλέπουν πριν από τον εκδότη μου, που εμπιστεύομαι την κρίση τους. Το γνωστικό μέρος, οι ισορροπίες, ο ρυθμός, τέτοια περισσότερο με ενδιαφέρουν. Δεν προχωρώ αμέσως σε διορθώσεις, ό,τι τυχόν μου πουν να βιαστώ να το κάνω. Το καταγράφω και το περνάω από το δικό μου φίλτρο. Έχω αυτοπεποίθηση αλλά δεν έχω την αλαζονεία της αλάνθαστης. Δεν το παραδέχομαι πως είμαι αμετακίνητη, γιατί αυτό δείχνει ξεροκεφαλιά. Και δεν είναι αλήθεια άλλωστε, αλλαγές έχω κάνει. Παραδέχομαι όμως πως δύσκολα τις υιοθετώ. Επιχειρηματολογώ. Κάμποσες φορές μού έχει τύχει να υποχωρήσουν εκείνοι, να αλλάξουν θέση. Ακόμη κι έτσι όμως ήταν χρήσιμη η παρατήρησή τους γιατί με βοήθησε να καθαρίσω το μυαλό μου και να συγκεντρώσω τα όπλα μου.
Συνοψίζοντας, είμαι συζητήσιμη και συνεργάσιμη, δεν είμαι πειθήνια.

14. Τα θετικά σχόλια των αναγνωστών σίγουρα θα σας χαροποιούν και θα αντλείτε από αυτά δύναμη για την συνέχεια! Με τα αρνητικά -αν φυσικά υπάρχουν!- τι γίνεται; Πως τα αντιμετωπίζετε; Και, εξαιτίας αυτών, έχετε σκεφτεί να κάνετε εκπτώσεις στο γραπτό σας με σκοπό να αγγίξετε και αυτούς τους αναγνώστες ή όταν γράφετε, γράφετε απαλλαγμένη από τέτοιες πρακτικές, θα έλεγα, σκέψεις;

Η συγγραφή είναι μια βουτιά στα βαθιά. Δεν παίρνεις μαζί σου παραγγελίες, ούτε οδηγίες. Τουλάχιστον αυτό νομίζω εγώ. Δεν ισχύει κατ’ ανάγκη για όλους. Κάθε νέο μυθιστόρημά μου είναι ένα αυτούσιο έργο. Γεννιέται χωρίς όνομα και χωρίς κληροδοτήματα. Δεν το υποχρεώνω να σκοράρει. Δεν το πιέζω και δεν πιέζομαι. 
Ξεκινάει ο συγγραφέας κάθε φορά από το μηδέν. Από μια λευκή σελίδα. Η προηγούμενη επιτυχία μπορεί να τον μπλοκάρει, ακόμη περισσότερο η αποτυχία φυσικά. Βοηθάει αν αφήνονται αυτά παραέξω. Δεν χρειάζεται τόσο αυτοσυγκέντρωση, όσο ελευθερία. Να πετάξει ελεύθερος.

15. Για σας ποια στοιχεία σε ένα βιβλίο σας κάνουν να το χαρακτηρίσετε τελικά ως πραγματική Λογοτεχνία;

Αυτή είναι πολύ μεγάλη κουβέντα. Και για να πιαστώ από τα λόγια σας, ξεκινάει από το αν υπάρχει πραγματική Λογοτεχνία και μη πραγματική Λογοτεχνία. Όμως, για να μην μπούμε σε αυτά τα νερά, ας ορίσουμε εδώ τα αναγκαία. Μυθοπλασία πρωτογενής, δράση με κορυφώσεις /συγκρούσεις/ ενδιαφέρουσες ανατροπές, χαρακτήρες καλοσχηματισμένοι και εξελίξιμοι, καλός κι ενιαίος ρυθμός, βάθος, επίπεδα, γραφή προσεγμένη και απογειωμένη… Είναι κι άλλα.

16. Στον καιρό της Κρίσης η Λογοτεχνία και η ανάγνωσή της τι μπορεί να δώσει στον μέσο πολίτη;

Και ξεκούραση και δραπέτευση και γνώση και προβληματισμό. Ό,τι επιθυμεί.  

17. Ποιο βιβλίο σάς επηρέασε και έμεινε χαραγμένο στη μνήμη σας αφού πιστεύετε πως και αυτό διαμόρφωσε την σκέψη σας; 

Κάθε καλό βιβλίο όταν στο τέλος κλείνει συνεχίζει να υπάρχει. Η ζωή του δεν έχει τελειώσει, αφού οι ήρωες έχουν μπει στο «κοινωνικό» περιβάλλον του αναγνώστη σαν πραγματικά πρόσωπα. Με αυτή την έννοια, φιλοσοφώντας λίγο, ένα διαβασμένο βιβλίο δεν τελειώνει ποτέ. Δεν ισχύει για όλα βέβαια. Ισχύει για εκείνα τα βιβλία που λένε οι αναγνώστες πως άφησε κάτι μέσα τους, πως τους άγγιξε, πως τους μίλησε, …πολλές διατυπώσεις έχω ακούσει.
Ως αναγνώστρια κι εγώ λειτουργώ με τον ίδιο τρόπο. Δεν διαφέρω. Μπορεί να είμαι πιο δύσκολη πια, αλλά ό,τι ισχύει για σας ισχύει και για μένα. 
Πάντως, δεν νομίζω πως μοναχά ένα βιβλίο μπορεί να διαμορφώσει την σκέψη κάποιου ανθρώπου. Η σκέψη είναι πολύ μεγάλο πράμα. 

18. Ο αγαπημένος σας σύγχρονος συγγραφέας; Και κλασσικός;

Καραγάτσης, Παπαδιαμάντης, Ντίκενς, Στάινμπεκ, Μαρκές…

19. Προτείνετε μας ένα βιβλίο! 

Έφη Βενιανάκη, «Σε ακανόνιστο ρεύμα», εκδόσεις Ψυχογιός. Έξοχη γραφή!

20. Θα κάνω την ερώτηση που κάνω στους φίλους που ξέρω πως διαβάζουν: Ποιο βιβλίο διαβάζετε αυτή την περίοδο; 

Το παραπάνω. Δεν το έχω τελειώσει.

21. Πείτε μας μια φράση που σας εκφράζει και αποτελεί για σας μότο ζωής;

Δεν πολυσυμπαθώ τα μότο, μου κάνει λίγο τυποποίηση, αλλά μια φράση που με ακούω να τη λέω αρκετά συχνά είναι «ε, δεν είναι και για θάνατο!»

22. Να ρωτήσω για τα επόμενα συγγραφικά σας βήματα ή είναι λίγο νωρίς; 

Είναι λίγο νωρίς. Όχι πολύ όμως. Αρχίζουν και μαζεύονται κάποια πράματα. Είναι περίπου σαν τα σύννεφα στον ουρανό πριν βρέξει, μοναχά αυτά σε χαρούμενα χρώματα. Έχουν αρχίσει να συσσωρεύονται, με ακολουθούν πάνω από το κεφάλι μου. Δεν θα αργήσει να ξεσπάσει, το ξέρω. Έχω βραχεί ξανά.
Δείχνει πως πάω για ακόμη ένα μυθιστόρημα. Αργεί.

23. Κλείνοντας, και αφού σας ευχαριστήσω θερμά για τον χρόνο που διαθέσατε να απαντήσετε στις ερωτήσεις μου θα ήθελα να δώσετε ένα μήνυμα στους αναγνώστες σας.

Απευθύνομαι, αφού μου δίνεται η δυνατότητα, σε όσους διαβάζουν τώρα «Το χνάρι που δεν έσβησε». Θα ήθελα να τους ζητήσω να χαιρετήσουν εκ μέρους μου την Υπατία μου, την Ευθαλία, τον Σίλα, τον Σπάρτακο, τον Άγη, την Σαβέλλα, τον Ανέστη, τον Μάσκα, τον Ανδρέα, …όλους τους ήρωες! Και τη Λεώνη, κι ας μην έχει εκείνη ανάγκη. Αυτό μόνο, να τους δώσετε χαιρετισμούς. Έτσι θα καταλάβουν πως είμαι εδώ, ότι δεν τους έχω αφήσει.

******
Το χνάρι που δεν έσβησε

Υπόθεση Οπισθόφυλλου

Στην Πόλη που Κύλησε στη Θάλασσα, στο παλιό αρχοντικό µε το µεγάλο πεύκο που έκρυψε αναστεναγµούς, µυστικά, προδοσίες και λάθος έρωτες, µια γυναίκα φορώντας παλιά νυφικά στριφογυρίζει σαν τους δερβίσηδες σε έναν χορό που ενώνει τους χρόνους. Ένα µαργαριτάρι θα κυλήσει ανάµεσα στο στήθος δύο γυναικών από διαφορετικές γενιές, µαρτυρώντας πως τα ανθρώπινα λάθη, όπως τα πάθη, δυστυχώς επαναλαµβάνονται.
Η µαύρη πέτρα που έριξε στη θάλασσα ένας άντρας φορτωµένος µε όνειρο βαρύ κατέληξε στον βυθό που δεν ξέπλυνε ούτε ξεθώριασε ούτε έσβησε τις µνήµες και τις αδικίες µιας χώρας η οποία βάδισε σπαρταρώντας από τον Μεταξά ως τη Χούντα. Σε αυτή την Ελλάδα περιφέρεται µια κοπέλα σέρνοντας τη βαλίτσα της γεµάτη αγιשּׁγραφίες της Παναγίας, κι ένας αριστερός νέος, ανίδεος τι τον περιµένει, µπαίνει σώγαµπρος στο σπίτι χουντικών, παλιών βασιλοφρόνων. 
Επί δεκαεπτά χρόνια, ένα αντρικό πανωφόρι περίµενε υποµονετικά σε ένα παλιό υπόγειο το γνώριµο σώµα, αυτόν που θα πατήσει το χνάρι που δεν έσβησε. Ένα αγόρι, το 1990 πια, στον δρόµο προς την άνδρωση. 
Ένα πληθωρικό πολυπρόσωπο µυθιστόρηµα, γραµµένο µε ψυχή και µε την ιδιαίτερη χαρακτηριστική γραφή της Νοέλ Μπάξερ που, για µία ακόµη φορά, µπλέκοντας έξοχα τη µυθιστορία µε την ελληνική ιστορία, ανιχνεύει τις µύχιες πτυχές της ανθρώπινης φύσης.

Βιογραφία Συγγραφέως

Η Νοέλ Μπάξερ γεννήθηκε στην Αθήνα από Ελληνίδα µητέρα και Βρετανό πατέρα. Τα παιδικά της χρόνια τα έζησε στην Καβάλα. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήµιο Ιωαννίνων και στη συνέχεια έκανε µεταπτυχιακές σπουδές στην Αγγλία. Από τότε ζει κι εργάζεται στην Αθήνα. 
Έχουν δηµοσιευτεί ως σήµερα τα µυθιστορήµατά της Από δρυ παλιά κι από πέτρα, Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος και Ακολουθώντας τη γραµµή της θάλασσας από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Προηγήθηκε µια σειρά διηγηµάτων από τις εκδόσεις Ανατολικός, µε τίτλο Μια φορά κι έναν καιρό… σήµερα.
Στα βιβλία της η συγγραφέας δεν κρύβει το ενδιαφέρον της για την ελληνική ιστορία ούτε τη σχέση της µε την Καβάλα και την επαρχία. Οι ήρωες των βιβλίων της ξεπηδούν µέσα από την ελληνική πραγµατικότητα και διακρίνονται για τον πηγαίο λόγο τους. 
Παράλληλα µε τη συγγραφή, αρθρογραφεί. Επιφυλλίδες της µε θέµα την κρίση και την ανεργία κυκλοφορούν στο διαδίκτυο.
Βιβλία της: ΑΠΟ ΔΡΥ ΠΑΛΙΑ ΚΙ ΑΠΟ ΠΕΤΡΑ, ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΓΥΡΙΣΕ Ο ΧΡΌΝΟΣ, ΑΚΟΛΟΥΥΘΩΝΤΑΣ ΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ και ΤΟ ΧΝΑΡΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΔΣΒΗΣΕ 


Για µια προσωπική επικοινωνία µε τη συγγραφέα: noellebaxer@gmail.com και Noelle Baxer στο facebook.


Δήμητρα Κωλέτη

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι νύμφες της Εροιβιάς-Βασιλική Τσούνη

Όταν ο ήλιος...-Ζωρζ Σαρή

Το τρένο με τα ορφανά - Christina Baker-Kline

Συζητώντας με την συγγραφέα Βασιλική Τσούνη!