Συζητώντας με τον συγγραφέα Πασχάλη Πράντζιο!

   Με αφορμή την κυκλοφορία του πέμπτου μυθιστόρηματός του ο Πασχάλης Πράντζιος απαντά στο ερωτηματολόγιο των ΒιβλιοΑναφορών και μας παρουσιάζει το "Ξανάγινε τρεις...'' που κυκλοφόρησε στα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας από τις εκδόσεις Ωκεανίδα.
      Τον ευχαριστώ θερμά που διέθεσε τον πολύτιμο χρόνο του ώστε να πραγματοποιηθεί αυτή η συνέντευξη! Για εμένα είναι μεγάλη τιμή και χαρά!
     Διαβάστε την λοιπόν... και ελάτε πιο κοντά στο έργο του συγγραφέα Πασχάλη Πράντζιου!

1. Το πέμπτο σας βιβλίο, το «Ξανάγινε τρεις…», θα αποκτήσει στα τέλη του Μάη μια θέση στις προθήκες των βιβλιοπωλείων! Αφού σας ευχηθώ να είναι καλοτάξιδο, θα σας ζητήσω να μας το παρουσιάσετε με τον δικό σας μοναδικό τρόπο. 

Θα επιλέξω για απάντηση ένα απόσπασμα από το βιβλίο:

Όσο ανόητο είναι να ξοδεύεις τον χρόνο σου με λάθος ανθρώπους, άλλο τόσο ανόητο είναι να κρύβεσαι απ’ τον ίδιο σου τον εαυτό. Φαντάζει στη σκέψη μου τραγικό να φτάνει η ώρα που ο χρόνος θα σε περάσει στην άλλη γραμμή, αυτή της μεταφυσικής, και συ να μην έχεις καταλάβει ποιος τελικά ήσουν σ’ όλη σου τη διαδρομή. Τι νόημα έχει να τρέχει κανείς παράλληλα ή και μακριά από τα προβλήματά του; Μοιάζει σαν να κυνηγάς τη σκιά σου μια ολόκληρη ζωή, μπορείς να τη φτάσεις; Είναι σαν να βάζεις τις δικές σου ανάγκες σε δεύτερη μοίρα και να προσπαθείς να γίνεις κάποιος που δεν είσαι. Οι περισσότεροι άνθρωποι είμαστε δέσμιοι του παρελθόντος μας, απ’ αυτό προσπαθούμε να κρατηθούμε.

2. Ποιο ήταν το ερέθισμα που έπλασε στο μυαλό σας την υπόθεση του νέου σας βιβλίου; 

Μια τυχαία στιγμή. Ένα τελευταίο Σαββατόβραδο του Οκτώβρη που αλλάζει η ώρα, παρέα με το φίλο μου, το Γιάννη, στο σπίτι. Η αλλαγή της ώρας από τέσσερις να ξαναπηγαίνει τρεις, μ’ έκανε να γράψω στο κινητό μου τη φράση: «Ώρα τέσσερις ακριβώς. Ξανάγινε τρεις». Όλα ξεκίνησαν από τη συνειδητοποίηση της αόρατης αυτής ώρας. 

3. Στο οπισθόφυλλο του νέου σας βιβλίου ρωτάτε: Αν είχατε τη δυνατότητα για μία ώρα να κάνατε κάτι, το οτιδήποτε, και να μην μπορεί κανείς να αποδείξει ότι στον τάδε χρόνο κάνατε αυτό, ποιο θα ήταν; Εσείς, αλήθεια, τι απάντηση θα δίνατε στο εν λόγω ερώτημα; 

Μα, τη δίνω την απάντηση στο ίδιο το βιβλίο! Όλο το βιβλίο εκεί στηρίζεται κι επιπλέον είναι κι ένα ερώτημα που το θέτω κυρίως για να προβληματίσω τον αναγνώστη, να τον μπάσω στο παιχνίδι και να το σκεφτεί ο ίδιος.

4. Διαβάζοντας ένα βιβλίο ψάχνω πάντα κάτω από τις λέξεις τα μηνύματα που ίσως θέλει ο συγγραφέας να μεταφέρει στους αναγνώστες του. Μπορείτε να μοιραστείτε μαζί μας ένα μήνυμα που οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου σας θέλουν οπωσδήποτε εμείς οι αναγνώστες να το ‘’παραλάβουμε’’; 

Αποτελούν και για μένα κριτήριο αξιολόγησης ενός βιβλίου τα μηνύματα που υπάρχουν σ’ ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσής του. Ωστόσο, αν οι κεντρικοί ήρωες ενός μυθιστορήματος δεν μπορούν από μόνοι τους να περάσουν το μήνυμα που θέλουν στους αναγνώστες και χρειάζεται η παρέμβαση του συγγραφέα για να εξηγήσει, τότε… δεν είναι καλός ούτε ο συγγραφέας ούτε το βιβλίο! Ας μην τον υποτιμούμε τον αναγνώστη. Μπορεί να καταλάβει από μόνος του, δεν χρειάζεται να του το σερβίρουμε έτοιμο!

5. Ποιος από τους ήρωες του νέου σας βιβλίου είναι ο αγαπημένος σας ήρωας; Και ποιος σας ‘’ταλαιπώρησε’’, είτε ψυχολογικά, αφού απείχε πολύ από τον δικό σας ψυχισμό, είτε τεχνικά, να τον αποτυπώσετε στο χαρτί; 

Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, ο Αντίνοος, βρίσκεται σε απόλυτη κόντρα με μένα. Με δυσκόλεψε πολύ για να ολοκληρώσω την ηθοποιία του, αλλά στη δυσκολία αυτή κρύβεται και η μαγεία της μυθιστορίας. Δεν έχω ανάγκη να δημιουργήσω έναν ήρωα με το δικό μου ψυχισμό. Άλλωστε ο συγγραφέας οφείλει να βρίσκεται ολόκληρος μέσα σε κάθε ήρωα που πλάθει ξεχωριστά. Δεν μ’ ενδιαφέρει να δημιουργώ ήρωες - κλώνους του Πασχάλη.

6. Ποια επίθετα θα χρησιμοποιούσατε για να χαρακτηρίσετε το «Ξανάγινε τρεις…»

Δύσκολο, αλλά ας πούμε… απρόσμενο, στοχαστικό, ονειροπόλο...

7. Ποιος διαβάζει για πρώτη φορά το βιβλίο σας ή κάποιες από τις πρώτες σελίδες του από το οικείο περιβάλλον σας; Δέχεστε την όποια κριτική του και επηρεασμένος από αυτή σπεύδετε να διορθώσετε τις όποιες παρατηρήσεις του -αν φυσικά υπάρχουν!- ή είστε ‘’αμετακίνητος’’ σε ότι έχετε γράψει; 

Είναι ευλογία να έχει στη ζωή του κανείς φίλους και να μπορεί να μοιραστεί μαζί τους το οτιδήποτε. Έχω κοντά μου ανθρώπους που μαζί με μένα, αγαπούν και την ανάγκη μου για τη συγγραφή. Ώρες – ώρες μάλιστα μου δίνουν την εντύπωση πως αυτό που κάνω, το αγαπούν περισσότερο κι από μένα τον ίδιο! Μ’ αυτούς λοιπόν συζητώ. Τα πρόσωπα των μυθιστορημάτων μου γίνονται μέρος της κοινής μας ζωής, συζητάμε για τους ήρωές μου, λες και υπάρχουν δίπλα μας, σκεφτόμαστε, γελάμε, κλαίμε, σχεδιάζουμε. Δεν με αγχώνει η κριτική τους, το αντίθετο. Την επιδιώκω κιόλας. Κι αν με πείσουν, γιατί όχι; Διορθώνω και …διορθώνομαι.

8. Τα θετικά σχόλια των αναγνωστών σίγουρα θα σας χαροποιούν και θα αντλείτε από αυτά δύναμη για την συνέχεια! Με τα αρνητικά -αν φυσικά υπάρχουν!- τι γίνεται; Πως τα αντιμετωπίζετε; Και, εξαιτίας αυτών, έχετε σκεφτεί να κάνετε εκπτώσεις στο γραπτό σας με σκοπό να αγγίξετε και αυτούς τους αναγνώστες ή όταν γράφετε, γράφετε απαλλαγμένος από τέτοιες πρακτικές, θα έλεγα, σκέψεις; 

Η μόνη κριτική που θα με ενοχλούσε είναι η κακοπροαίρετη. Από κει κι έπειτα όταν αποφασίζεις να εκτεθείς συγγραφικά μέσα από μία έκδοση, πρέπει να είσαι και έτοιμος να ακούσεις την κάθε κριτική. Ακούω, λοιπόν, τα πάντα, άλλα τα προσπερνώ και σ’ άλλα παραμένω και σκέφτομαι. Κάθε βιβλίο άλλωστε που γράφω κρύβει μέσα του τον ίδιο στόχο: να γίνω σε κάτι καλύτερος σε σχέση με το προηγούμενο. Κι η κριτική που σου ασκούν σε τέτοιες περιπτώσεις, βοηθάει. 
Όσο για τις εκπτώσεις στις θεματικές και στον τρόπο γραφής για να ικανοποιήσεις συγκεκριμένο κομμάτι των αναγνωστών, μονάχα ως αστείο θα μπορούσα να το εκλάβω. Άλλωστε, δεν μπορώ να γράψω αλλιώτικα. Εγώ έτσι γράφω. Για μένα το κριτήριο είναι να μπορώ να παρουσιάζω μία σοβαρή συγγραφική δουλειά. Από κει και μετά ο κάθε συγγραφέας έχει το κοινό του. Δεν γίνεται να σε διαβάζουν όλοι. Το σημαντικό είναι να σε σέβονται συγγραφικά, όχι να αρέσεις σε όλους. Μου φαίνεται ματαιόδοξο κάτι τέτοιο.

9. Πότε ήρθε η συγγραφή στην ζωή του Πασχάλη Πράντζιου; Ποια ανάγκη τού καλύπτει; 

Φέτος με το καινούριο μου βιβλίο «Ξανάγινε τρεις…» συμπληρώνω δέκα χρόνια στον εκδοτικό χώρο, δέκα χρόνια στην οικογένεια της Ωκεανίδας. Γράφω από μικρός κι όταν πέρασα τα 30, ένιωσα την ανάγκη να σταματήσω να γράφω ημερολόγια και ποιήματα και να γράψω με πρωταγωνιστές άλλους, όχι εμένα. Έτσι ξεκίνησε το πρώτο μου μυθιστόρημα. Όταν γράφω, μπορώ και ονειρεύομαι, χαίρομαι που ζω και μπορώ να δημιουργώ. 

10. Μέσα στο γραπτό σας βάζετε αυτοβιογραφικά στοιχεία; 

Δεν είναι αυτή η ανάγκη μου. Δεν μ’ ενδιαφέρει να παρουσιάσω τη ζωή μου σε συνέχειες. Άλλωστε, ο συγγραφέας υποδύεται πολλούς χαρακτήρες κι οι χαρακτήρες που χτίζει είναι κομμάτια του κόσμου του. Το αυτοβιογραφικό στοιχείο δεν με αφορά. Την προσωπική ζωή και τις επιλογές μου τις κρατώ μονάχα για μένα και τους φίλους μου.

11. Στον καιρό της Κρίσης η Λογοτεχνία και η ανάγνωσή της τι μπορεί να δώσει στον μέσο πολίτη;

Ο μέσος πολίτης δεν διαβάζει. Άλλοι γιατί δεν έχουν το χρόνο και τη διάθεση, άλλοι γιατί δεν μεγάλωσαν αγαπώντας το βιβλίο. Η Τέχνη δεν μπορεί να δώσει λύσεις στα προβλήματα των αναγνωστών. Μπορεί όμως να αποτυπώσει την εποχή που ζούμε. Δεν έχουμε από τη μια μεριά π.χ τη λογοτεχνία και από την άλλη τη ζωή, η ζωή πρέπει να υπάρχει και μέσα στη λογοτεχνία. Όποιος διαβάζει, καταλαβαίνει τι λέω. Όπως και ξέρει πόσο σημαντικό είναι για την ψυχική σου ανάπαυλα να χάνεσαι μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου και να ταξιδεύεις παράλληλα ή και μέσα στις ζωές των ηρώων του.

12. Η εποχή μας η γεμάτη βία, αδικίες και χαμένα κεκτημένα χρόνων από ενέργειες πολιτικών που απογοήτευσαν τους πολίτες, μπορεί να εμπνεύσει έναν δημιουργό;

Ο χώρος της λογοτεχνίας είναι κατάμεστος από έργα δημιουργών που εμπνεύστηκαν από τα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα της εποχής τους κι από δημιουργούς που μελετούν μια εποχή ιστορικά και στήνουν τις ιστορίες τους δημιουργώντας ήρωες που λειτουργούν ενεργητικά σε σχέση με τα κοινωνικοπολιτικά συμβάντα. Σας το είπα και στην προηγούμενη ερώτησή σας, η ζωή γεννά τη λογοτεχνία κι όχι η λογοτεχνία τη ζωή. 

13. Ποιο βιβλίο σάς επηρέασε και έμεινε χαραγμένο στη μνήμη σας αφού πιστεύετε πως και αυτό διαμόρφωσε την σκέψη σας;

Η σκέψη μας δεν σταματά να εξελίσσεται ποτέ, εάν συνεχίζουμε να διαβάζουμε μεγάλα έργα. Ωστόσο, αν πρέπει να σας απαντήσω, θα γυρίσω το χρόνο πίσω, όχι στην εφηβεία που διάβαζα ό,τι έπεφτε στα χέρια μου, αλλά στα πανεπιστημιακά χρόνια που προσπαθούσα να διαβάζω βάζοντας σε μία τάξη και μία σειρά τη λογοτεχνία, όπως διαμορφώθηκε στο πέρασμα του χρόνου. Εκεί, λοιπόν, όταν άρχισα να μελετώ Ντοστογιέφσκι αρχίζοντας από το «Έγκλημα και Τιμωρία», συνειδητοποίησα μεταξύ άλλων και τι σημαίνει να έχει ένα βιβλίο δεύτερα και τρίτα επίπεδα ανάγνωσης. Μεγάλος δάσκαλος ο Ντοστογιέφσκι!

14. Ο αγαπημένος σας σύγχρονος συγγραφέας; Και κλασσικός; 

Διαβάζω συχνά σύγχρονη λογοτεχνία κι εκτιμώ πολλούς σύγχρονους συγγραφείς. Η αδυναμία μου όμως βρίσκεται στους παλιούς, στον Παπαδιαμάντη, στον Καζαντζάκη, στον Καραγάτση… Όχι, δεν έχω μονάχα έναν αγαπημένο συγγραφέα, ούτε σύγχρονο ούτε κλασσικό. Είναι πολλοί!

15.Θα κάνω την ερώτηση που κάνω στους φίλους που ξέρω πως διαβάζουν: Ποιο βιβλίο διαβάζετε αυτή την περίοδο;

Διαβάζω «τα μονοπάτια του αγγέλου μου» της Μαρίας Λαμπαδαρίδου Πόθου. Θεωρώ τη συγγραφική πένα της Λαμπαδαρίδου ξεχωριστή κι είναι μία από τις συγγραφείς που αγαπώ να διαβάζω.

16. Προτείνετε μας ένα βιβλίο!

Θα σας πρότεινα αυτό που διαβάζω: «Τα μονοπάτια του αγγέλου μου. Τα φιλντισένια μονοπάτια της ζωής μου», από τις εκδόσεις Πατάκη.

17. Πείτε μας μια φράση που σας εκφράζει και αποτελεί για σας μότο ζωής;

Δεν υπάρχει φράση που να αποτελεί για μένα μότο ζωής. Κατά καιρούς μπορεί να κολλάω απλώς και να επαναλαμβάνω κάποιο στίχο ποιήματος, όπως π.χ «Θεέ μου, τι δεν μας περιμένει ακόμα» (Κ. Δημουλά). 

18. Στο ερωτηματολόγιο μου ρωτώ σχεδόν πάντα τους συγγραφείς για τα επόμενα συγγραφικά τους βήματα. Με εσάς όμως δεν θα κάνω το ίδιο, μιας και οι ήρωες του νέου σας πονήματος φαντάζομαι πως κατακλύζουν ακόμη την σκέψη σας. Θα αρκεστώ λοιπόν στο εξής ερώτημα: Πείτε μας ένα θέμα που θα θέλατε οπωσδήποτε να ασχοληθείτε σε κάποιο από τα επόμενα βιβλία σας;

Εδώ πέσατε έξω! Το επόμενο βιβλίο έχει ήδη ξεκινήσει. Αποτελεί τη συνέχεια του προηγούμενου βιβλίου «Η πόλη έχει Ρεπό», είναι επιθυμία των αναγνωστών που το αγάπησαν και επιθυμία δική μου, να γυρίσω πίσω και να ξαναπιάσω την ιστορία από κει που την έχω αφήσει. Το κάνω αυτό πρώτη φορά και μ’ εξιτάρει ως ιδέα!

19. Κλείνοντας, και αφού σας ευχαριστήσω πολύ για τον χρόνο που διαθέσατε για να απαντήσετε στο ερωτηματολόγιο μου, θα ήθελα να δώσετε ένα μήνυμα στους αναγνώστες σας.

Να εκτιμάμε αυτά που έχουμε και να μην είμαστε ματαιόδοξοι. Όλοι στο ίδιο δάσος καιγόμαστε στο τέλος, μεγάλοι ή μικροί, κι όσο νωρίτερα το συνειδητοποιήσουμε, τόσο καλύτερα θα μπορέσουμε να σταθμίσουμε τη θέση μας στον κόσμο και στα πράγματα, τόσο ορθότερα θα μπορέσουμε να αντιληφθούμε τον προορισμό μας σ’ αυτή τη ζωή. 

Σας ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη αυτή.

******
Υπόθεση Οπισθόφυλλου: 


Αν είχατε τη δυνατότητα για μία ώρα να κάνατε κάτι, το οτιδήποτε, και να μην μπορεί κανείς να αποδείξει ότι στον τάδε χρόνο το κάνατε, ποιο θα ήταν αυτό; Τι θα επιλέγατε;
Όταν κάθε χρόνο αλλάζει η ώρα το φθινόπωρο και από τέσσερις το πρωί ξαναπάει τρεις, ο καθείς από μας μπορεί να κάνει κάτι μεταξύ τρεις και τέσσερις και να ’ναι σαν να μην το έκανε ποτέ. Έπρεπε να μεγαλώσω πολύ για να καταλάβω πως ό,τι ζούμε είναι ένα ψέμα, πως η ζωή είναι ο χρόνος που φεύγει κι ο χρόνος αυτός δεν ορίζεται παρά μονάχα ως σύνολο στιγμών και τυχαίων γεγονότων. Άραγε, πόσο ελεύθερος είναι κανείς να αποφασίζει για τη ζωή του; Πόσα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς αν δεν ήμασταν στο τάδε μέρος, την τάδε στιγμή, την τάδε ώρα;

Βιογραφικό Σημείωμα:


Ο Πασχάλης Πράντζιος γεννήθηκε στην Ανάβρα Καρδίτσας το 1971. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής σχολής του Α.Π.Θ και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση ως φιλόλογος καθηγητής. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και συνεργάζεται με το λογοτεχνικό περιοδικό «Κλεψύδρα» από τον Δεκέμβρη του 2011 μέχρι σήμερα. 
Εμφανίστηκε στα Ελληνικά Γράμματα το 2006 με το μυθιστόρημα «Και πάντα με χείλη κόκκινα» από τις εκδόσεις Ωκεανίδα. Στις ίδιες εκδόσεις κυκλοφόρησαν και τα δύο επόμενα μυθιστορήματά του, «Περί ανέμων και γάτων» το 2009 και «Λιωμένο μολύβι» το 2012. Την Άνοιξη του 2013 συμμετείχε στη συλλογική έκδοση διηγημάτων με τίτλο «Ιστορίες από ένα παγκάκι» από τις εκδόσεις Σαΐτα, με το διήγημά του «Νέες Εποχές – Νέα Παγκάκια». Τον Οκτώβρη του 2014 κυκλοφόρησε από την Ωκεανίδα  το μυθιστόρημα «η πόλη έχει ρεπό» και το Μάη του 2016 το καινούριο του μυθιστόρημα με τον τίτλο «ξανάγινε τρεις…».

Δήμητρα Κωλέτη

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι νύμφες της Εροιβιάς-Βασιλική Τσούνη

Όταν ο ήλιος...-Ζωρζ Σαρή

Το τρένο με τα ορφανά - Christina Baker-Kline

Συζητώντας με την συγγραφέα Βασιλική Τσούνη!