Η Ρούλα Σαμαϊλίδου-Βάκου, που με την Γειτονιά των ονείρων και Του στίγματος της -τα δυο, δηλαδή από το σύνολο των βιβλίων της, που έχω διαβάσει μέχρι στιγμής- με έκανε να συγκινηθώ, να γελάσω, να ταξιδέψω και να ζήσω ιστορικές στιγμές αλλά και να προβληματιστώ, παρά τον περιορισμένο της χρόνο λόγω των παρουσιάσεων του Στίγματος, προχώρησε στις ΒιβλιοΑναφορές την ακόλουθη συνέντευξη. Την ευχαριστώ θερμά που ξέκλεψε λίγο από τον πολύτιμο χρόνο της και απάντησε στο ερωτηματολόγιο μου.
Η πένα της και οι ήρωες που αυτή γεννά, για ‘μένα, έχουν κάτι που το συναντάς σπάνια, έχουν αυθεντικότητα. Διαβάζοντας τα κείμενα της νομίζεις πως ακούς την κάθε υπόθεση, τον κάθε ήρωα. Όσοι δεν έχετε διαβάσει κάποιο βιβλίο της κυρίας Ρούλας Σαμαϊλίδου-Βάκου σας παροτρύνω, σύντομα, να το κάνετε. Θα νιώσετε την κάθε λέξη, θα αγαπήσετε τους οικείους και απτούς ήρωες, θα σας δημιουργηθούν πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους συναισθήματα. Μέχρι τότε όμως απολαύστε την συνέντευξη που παραχώρησε στις ΒιβλιοΑναφορές…..
1. Tο νέο σας πόνημα κυκλοφόρησε τον Ιούνιο από τις εκδόσεις Μιχάλης Σιδέρης με τίτλο «Το στίγμα»! Αφού σας ευχηθώ να συνεχίσει ανεμπόδιστα το αναγνωστικό του ταξίδι, θα σας ζητήσω να μας πείτε δυο λόγια γι’ αυτό. Δυο λόγια τα οποία δεν έχουν ειπωθεί ακόμη και θα θέλατε, πολύ, να ακουστούν.
Δυο χειμώνες έρευνας και δουλειάς. Δυο χειμώνες πίσω από τα γυαλιά μου και από έναν μεγεθυντικό φακό. Δυο χειμώνες με μια παλιοκαιρίτικη μυρωδιά, μαγική για μένα, που μ’ έπαιρνε μαζί της σε αλλοτινούς καιρούς. Έκανα παρέα με γραφιάδες που έγραφαν με πένα και μελάνι, φορώντας μαύρα μανίκια στο σακάκι για να μη φθαρούν οι αγκώνες από το τρίψιμο. Έγραψα μαζί τους προικοσύμφωνα, μέτρησα τούρκικα γρόσια, μαλαματένια δαχτυλίδια, σκουλαρίκια, ολομέταξα υποκάμισα, λινομέταξα γυναικεία ή ανδρικά βρακιά αλλά και ταψιά και τεντζερέδες με καπάκι ή χωρίς. Καταπάτησα εθνικά κτήματα, πήρα μέρος σε πλειστηριασμούς, είδα τα δάκρυα της χήρας που την αδικούσαν, είδα τον κοσμάκη του τότε να παλεύει για μια καλύτερη ζωή.
2. Ποιο ήταν το ερέθισμα που έπλασε στο μυαλό σας την υπόθεση Του στίγματος;
Το ερέθισμα ήταν μια χειρόγραφη μαρτυρική συμβολαιογραφική πράξη του 1833 που βρήκα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους αποκωδικοποιώντας 480 πράξεις του Δημοσίου Μνήμονος (συμβολαιογράφος) Λακεδαίμονος Γεωργίου Χαρτουλάρη. Αν και το όνομα που μαρτυρούσε για κάτι που συνέβη στο χωριό του δεν ήταν άλλο από του Νικήτα Σταματελόπουλου, δηλαδή του Νικηταρά του Τουρκοφάγου, εμένα με εντυπωσίασε η ίδια η ιστορία, η οποία με παρέπεμπε στον κοινωνικό στιγματισμό, ένα φαινόμενο που είχα παρατηρήσει από τη μικρή μου ηλικία ζώντας σε μικρές κοινωνίες.
3. Τι μήνυμα θέλετε να μεταφέρετε, μέσου του βιβλίου σας, στους θύτες και τα θύματα της στιγματοποίησης;
Πόσο εύκολο είναι να στιγματίζουμε ανθρώπους με το παραμικρό αναγκάζοντάς τους να χάσουν την ταυτότητά τους και να εγκλωβισθούν σε ένα φαύλο κύκλο αλλοτρίωσης, απομόνωσης και χρονοποίησης των προβλημάτων τους. Ότι το στίγμα, η ρετσινιά, πολλές φορές μπορεί να ακολουθήσει και τις επόμενες γενιές που δεν φταίνε σε τίποτε και να ορίζει τις ζωές τους.
4. Ποιος, από το σύνολο των ηρώων σας, είναι ο αγαπημένος σας ήρωας; Και ποιος σας ‘’ταλαιπώρησε’’, είτε ψυχολογικά, αφού απείχε πολύ από τον δικό σας ψυχισμό, είτε τεχνικά, να τον αποτυπώσετε στο χαρτί;
Οι γυναικείες φιγούρες Φωτεινή και Πανανή, θετή και φυσική μητέρα αντίστοιχα είναι οι αγαπημένες μου ηρωίδες. Δυσκολεύτηκα πολύ με τον Μήτσο στο πρώτο μου μυθιστόρημα «Χρόνια οργής». Έπρεπε όχι μόνο να μπω και να κατανοήσω τον ψυχισμό ενός άνδρα, αντιήρωα, αλλά και να μελετήσω μια φοβερή περίοδο της ελληνικής ιστορίας, η οποία με άφησε άγρυπνη πολλά βράδια από τις ζοφερές εικόνες που μεταφέρονταν στα μάτια μου από διηγήσεις και των δυο πλευρών.




