Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

Συζητώντας με την συγγραφέα Ρούλα Σαμαϊλίδου-Βάκου!

         Η Ρούλα Σαμαϊλίδου-Βάκου, που με την Γειτονιά των ονείρων και Του στίγματος της -τα δυο, δηλαδή από το σύνολο των βιβλίων της, που έχω διαβάσει μέχρι στιγμής- με έκανε να συγκινηθώ, να γελάσω, να ταξιδέψω και να ζήσω ιστορικές στιγμές αλλά και να προβληματιστώ, παρά τον περιορισμένο της χρόνο λόγω των παρουσιάσεων του Στίγματος, προχώρησε στις ΒιβλιοΑναφορές την ακόλουθη συνέντευξη. Την ευχαριστώ θερμά που ξέκλεψε λίγο από τον πολύτιμο χρόνο της και απάντησε στο ερωτηματολόγιο μου. 
         Η πένα της και οι ήρωες που αυτή γεννά, για ‘μένα, έχουν κάτι που το συναντάς σπάνια, έχουν αυθεντικότητα. Διαβάζοντας τα κείμενα της νομίζεις πως ακούς την κάθε υπόθεση, τον κάθε ήρωα. Όσοι δεν έχετε διαβάσει κάποιο βιβλίο της κυρίας Ρούλας Σαμαϊλίδου-Βάκου σας παροτρύνω, σύντομα, να το κάνετε. Θα νιώσετε την κάθε λέξη, θα αγαπήσετε τους οικείους και απτούς ήρωες, θα σας δημιουργηθούν πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους συναισθήματα. Μέχρι τότε όμως απολαύστε την συνέντευξη που παραχώρησε στις ΒιβλιοΑναφορές…..

1. Tο νέο σας πόνημα κυκλοφόρησε τον Ιούνιο από τις εκδόσεις Μιχάλης Σιδέρης με τίτλο «Το στίγμα»! Αφού σας ευχηθώ να συνεχίσει ανεμπόδιστα το αναγνωστικό του ταξίδι, θα σας ζητήσω να μας πείτε δυο λόγια γι’ αυτό. Δυο λόγια τα οποία δεν έχουν ειπωθεί ακόμη και θα θέλατε, πολύ, να ακουστούν. 

Δυο χειμώνες έρευνας και δουλειάς. Δυο χειμώνες πίσω από τα γυαλιά μου και από έναν μεγεθυντικό φακό. Δυο χειμώνες με μια παλιοκαιρίτικη μυρωδιά, μαγική για μένα, που μ’ έπαιρνε μαζί της σε αλλοτινούς καιρούς. Έκανα παρέα με γραφιάδες που έγραφαν με πένα και μελάνι, φορώντας μαύρα μανίκια στο σακάκι για να μη φθαρούν οι αγκώνες από το τρίψιμο. Έγραψα μαζί τους προικοσύμφωνα, μέτρησα τούρκικα γρόσια, μαλαματένια δαχτυλίδια, σκουλαρίκια, ολομέταξα υποκάμισα, λινομέταξα γυναικεία ή ανδρικά βρακιά αλλά και ταψιά και τεντζερέδες με καπάκι ή χωρίς. Καταπάτησα εθνικά κτήματα, πήρα μέρος σε πλειστηριασμούς, είδα τα δάκρυα της χήρας που την αδικούσαν, είδα τον κοσμάκη του τότε να παλεύει για μια καλύτερη ζωή. 

2. Ποιο ήταν το ερέθισμα που έπλασε στο μυαλό σας την υπόθεση Του στίγματος; 

Το ερέθισμα ήταν μια χειρόγραφη μαρτυρική συμβολαιογραφική πράξη του 1833 που βρήκα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους αποκωδικοποιώντας 480 πράξεις του Δημοσίου Μνήμονος (συμβολαιογράφος) Λακεδαίμονος Γεωργίου Χαρτουλάρη. Αν και το όνομα που μαρτυρούσε για κάτι που συνέβη στο χωριό του δεν ήταν άλλο από του Νικήτα Σταματελόπουλου, δηλαδή του Νικηταρά του Τουρκοφάγου, εμένα με εντυπωσίασε η ίδια η ιστορία, η οποία με παρέπεμπε στον κοινωνικό στιγματισμό, ένα φαινόμενο που είχα παρατηρήσει από τη μικρή μου ηλικία ζώντας σε μικρές κοινωνίες. 

3. Τι μήνυμα θέλετε να μεταφέρετε, μέσου του βιβλίου σας, στους θύτες και τα θύματα της στιγματοποίησης; 

Πόσο εύκολο είναι να στιγματίζουμε ανθρώπους με το παραμικρό αναγκάζοντάς τους να χάσουν την ταυτότητά τους και να εγκλωβισθούν σε ένα φαύλο κύκλο αλλοτρίωσης, απομόνωσης και χρονοποίησης των προβλημάτων τους. Ότι το στίγμα, η ρετσινιά, πολλές φορές μπορεί να ακολουθήσει και τις επόμενες γενιές που δεν φταίνε σε τίποτε και να ορίζει τις ζωές τους.

4. Ποιος, από το σύνολο των ηρώων σας, είναι ο αγαπημένος σας ήρωας; Και ποιος σας ‘’ταλαιπώρησε’’, είτε ψυχολογικά, αφού απείχε πολύ από τον δικό σας ψυχισμό, είτε τεχνικά, να τον αποτυπώσετε στο χαρτί; 

Οι γυναικείες φιγούρες Φωτεινή και Πανανή, θετή και φυσική μητέρα αντίστοιχα είναι οι αγαπημένες μου ηρωίδες. Δυσκολεύτηκα πολύ με τον Μήτσο στο πρώτο μου μυθιστόρημα «Χρόνια οργής». Έπρεπε όχι μόνο να μπω και να κατανοήσω τον ψυχισμό ενός άνδρα, αντιήρωα, αλλά και να μελετήσω μια φοβερή περίοδο της ελληνικής ιστορίας, η οποία με άφησε άγρυπνη πολλά βράδια από τις ζοφερές εικόνες που μεταφέρονταν στα μάτια μου από διηγήσεις και των δυο πλευρών.

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

Το λουλούδι της λίμνης - Γιάννης & Μαρίνα Αλεξάνδρου

       Η πρώτη μου αναγνωστική επαφή με το συγγραφικό δίδυμο των Γιάννη & Μαρίνα Αλεξάνδρου γίνεται με το παρόν βιβλίο. «Το λουλούδι της λίμνης» είναι ένα όμορφο και ευκολοδιάβαστο βιβλίο, στο οποίο η υπόθεση και οι δυο κεντρικές ηρωίδες του τοποθετούνται με τρόπο, μάλιστα, έντεχνο και αρμονικό, σε δυο τόσο μακρινές και διαφορετικές μεταξύ τους εποχές, σ’ αυτή, δηλαδή, του 19ου αιώνα με πρωταγωνιστή τον Αλή πασά των Ιωαννίνων και στο 2005 όπου η ηρωίδα μας, η Στέλλα, μπλέκεται σε μια περιπέτεια που το παρελθόν, η Ιστορία και ένας φιλάργυρος άντρας την κατατρέχουν και την παρασύρουν σε σκοτεινά μονοπάτια.
         Η ιστορία θα ξεκινήσει με την Στέλλα στα Γιάννενα του 2005. Εκεί η νεαρή επιχειρηματίας μας αναγκάζεται, λόγο οικονομικής κρίσης, να κλείσει το μαγαζί με τα γιαννιώτικα ασημικά που κληρονόμησε από τον παππού της και να πουλήσει, για βιοποριστικούς λόγους, όσο όσο κάποια απ’ τα κομμάτια του μαγαζιού. Ανάμεσα σ’ αυτά βρίσκεται και το οικογενειακό κειμήλιο, ένας δίσκος, στον οποίο απεικονίζεται η σκηνή της βαρκάδας του Αλή Πασά με τρεις από τις οδαλίσκες του. Σ’ αυτό το σημείο οι συγγραφείς ζωντανεύουν την σκηνή του δίσκου παρουσιάζοντάς μας τις ιστορίες των τριών οδαλίσκων: της χριστιανής Μαρίας, της εβραιοπούλας Ραχήλ και της μουσουλμάνας Γιασμίν. 
         Η μοίρα των τριών αυτών όμορφων κοριτσιών είναι πανομοιότυπη μ’ αυτή των υπόλοιπων κοριτσιών του χαρεμιού: αρπαγή, στέρηση ελευθερίας, σκλάβες στις ακόρεστες ερωτικές επιθυμίες του αφέντη. Αυτό όμως που θα τις διαφοροποιήσει από τις υπόλοιπες δεν θα είναι άλλο από την κατάληξη τους…. Όταν ξεκινά η πολιορκία του Αλή από την Υψηλή Πύλη, ένας από τους φιλάργυρους Αγάδες της Αυλής επιλέγει τις τρεις οδαλίσκες για να του μεταφέρουν εκτός παλατιού ένα τμήμα από τον πλούτο του πασά. Ο Αγάς όμως στον δρόμο της φυγής θα χάσει την ζωή του και έτσι ο θησαυρός θα μείνει στα χέρια της ελεύθερης πλέον Μαρίας, της Ραχήλ και της Γιασμίν, οι οποίες και θα διεκδικήσουν μια αξιοπρεπή ζωή κάπου στην Ζυρίχη εκεί, δηλαδή, που ο αγοραστής του δίσκου θα οδηγήσει και την Στέλλα. Εκεί που η φιλαργυρία ενός άλλου άντρα θα την φέρει αντιμέτωπη με πολλές πολλές δυσκολίες…...

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2015

Η Καρδερίνα-Donna Tartt


     Στις σελίδες της Καρδερίνας, του τρίτου βιβλίου της Donna Tarrt, το οποίο μάλιστα έχει κερδίσει το λογοτεχνικό βραβείο Pulitzer το 2014, παρακολουθούμε σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση την σκληρή και γεμάτη απώλειες, ναρκωτικά αλλά και τέχνη ζωή του Θίο Ντέκερ.

       Ο Θίο, κλεισμένος σε ένα ξενοδοχείο του Άμστενταμ, παραμονές Χριστουγέννων, μας μιλά για την ζωή του ξεκινώντας από την στιγμή που τον σημάδεψε και που έπαιξε καθοριστικό ρόλο για την διαμόρφωση της ψυχοσύνθεσης του, από την στιγμή δηλαδή που έμεινε ορφανός: Μετά από πολλές συμπτώσεις, ο δεκατριάχρονος Θίο και η μητέρα του επισκέπτονται το Μουσείο Τέχνης του Μανχάταν για να θαυμάσουν τους πίνακες Ολλανδών ζωγράφων που εκθέτονταν εκείνη την περίοδο. Μια θέση σ'αυτή την έκθεση κατείχε και ο αγαπημένος πίνακας της μητέρας του, η Καρδερίνα του Ολλανδού ζωγράφου Φαμπρίτσιου. Ο μικρός αυτός πίνακας, ο οποίος αποτελεί ένα από τα ελάχιστα διασωθέντα έργα του εν λόγω καλλιτέχνη (το εργαστήρι του καταστράφηκε το 1654) και που απεικονίζει μια μικρή αλησοδεμένη καρδερίνα, προκαλεί δέος και θαυμασμό στην μητέρα του Θίου και, όπως όλα δείχνουν, θα αποτελέσει και για την δική του ζωή σημείο αναφοράς για το παρόν αλλά κυρίως για το μέλλον του.
       Εκείνη, λοιπόν, την μέρα, την μέρα της επίσκεψης τους στο Μουσείο της Τέχνης, το Μουσείο θα δεχτεί μια αιματηρή τρομοκρατική επίθεση, στην οποία ο Θιο θα χάσει την αγαπημένη του μητέρα αλλά και την αθωότητά του. Όταν θα φύγει από την ετοιμόρροπη αίθουσα, στην οποία βρισκόταν την στιγμή της έκρηξης, θα πάρει μαζί του, εκτός από το δακτυλίδι που του εμπιστεύτηκε ένας ετοιμοθάνατος επισκέπτης, και τον πίνακα του Φαπρίτσιου. Ο πίνακας και το δαχτυλίδι... Δύο αντικείμενα που... θα αλλάξουν το ρου της Μοίρας του...

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

Συζητώντας με τον συγγραφέα Θοδωρή Παπαθεοδώρου!

         Η πρώτη μου αναγνωστική επαφή με τον Θοδωρή Παπαθεοδώρου ήταν με την τετραλογία του «Οι κόρες της λησμονιάς». Μέχρι τότε οι γνώσεις μου για τον Εμφύλιο περιορίζονταν σ’ αυτές που μου παρείχε το σχολείο, γνώσεις δηλαδή τελείως επιφανειακές…. Στις σελίδες λοιπόν και των τεσσάρων αυτών βιβλίων ήρθα σε ουσιαστική επαφή με την Ιστορία του τόπου μου αλλά και με την πραγματική λογοτεχνία καθώς η πένα του Θοδωρή Παπαθεοδώρου μόνο ως γνήσια Λογοτεχνική πένα μπορεί να χαρακτηριστεί. Όποτε με ρωτούν για Ιστορικό μυθιστόρημα η τετραλογία για τον Εμφύλιο μου έρχεται πάντα πρώτη στο μυαλό, μιας και διαβάζοντας τα κείμενα της διδάχτηκα αμερόληπτα την Ιστορία, κατανόησα τα βαθύτερα αίτια της, συναισθάνθηκα τους ήρωες και έγινα αβίαστα κοινωνός των γεγονότων της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας…
        Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου με τίτλο «Ζωές του ανέμου», το οποίο και αποτελεί το δεύτερο και τελευταίο μέρος της πρόσφατης διλογίας του, ο αγαπημένος συγγραφέας Θοδωρής Παπαθεοδώρου, μου παραχώρησε την ακόλουθη συνέντευξη, κάτι που με γεμίζει χαρά και αποτελεί μέγιστη τιμή για τις ΒιβλιοΑναφορές και για εμένα προσωπικά. Οι «Ζωές του ανέμου» θα κυκλοφορήσουν στις αρχές του Νοεμβρίου και όλοι οι αναγνώστες ανυπομονούμε να διαβάσουμε την συνέχεια και ολοκλήρωση των ιστοριών της Άννας, του Σπύρου, του Λουκά και των υπόλοιπων ηρώων που συναντήσαμε στις σελίδες του πρώτου βιβλίου της διλογίας που τιτλοφορείται ως «Ζωές του φθινοπώρου». Μέχρι όμως να ανταμώσουμε ξανά τους ήρωες μας καθώς και την Ιστορία του τόπου μας, ας απολαύσουμε τις απαντήσεις που έδωσε ο συγγραφέας στο ερωτηματολόγιο των ΒιβλιοΑναφορών…


1. Οι «Ζωές του ανέμου», το δεύτερο και τελευταίο μέρος της πρόσφατης διλογίας σας, κυκλοφορεί στις αρχές του Νοεμβρίου! Αφού σας ευχηθώ να είναι καλοτάξιδο, θα σας ζητήσω να μας το παρουσιάσετε με τον δικό σας τρόπο.

Σας ευχαριστώ για τις ευχές, αντεύχομαι από καρδιάς υγεία και δύναμη σε όλους. Νομίζω ότι μια αράδα από το οπισθόφυλλο επικεντρώνει επακριβώς στα δύο σημεία που ορίζουν ολόκληρο το βιβλίο: ένα μυθιστόρημα για τη μνήμη και την αγάπη. Οι Ζωές του Ανέμου είναι μία ιστορική και κοινωνική τοιχογραφία της ελληνικής κοινωνίας του 1967 τη χρονιά που ξεσπά η Χούντα στην πατρίδα μας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους ανθρώπους: τους περιορισμούς, τις συλλήψεις, τα κυνηγητά, τις φυλακίσεις, τις εξορίες, τους βασανισμούς. Μα το μυθιστόρημα εστιάζει στις ζωές δύο ανθρώπων, στον Αλέκο και στην Άννα, φτερά στον άνεμο της Ιστορίας που σαρώνει τις ζωές τους, τις ισοπεδώνει, τις διαλύει. Η ζωή, το όραμα, ο αγώνας, η πίστη και η βαθιά τους αγάπη διαποτίζει όλες τις σελίδες του μυθιστορήματος. Και η μνήμη φυσικά, η μνήμη της εποχής και η μνήμη της αγάπης.

2. Ποιο ήταν εκείνο το ερέθισμα που έπλασε στο μυαλό σας την υπόθεση της διλογίας; 

Δεν υπάρχει συγκεκριμένο ερέθισμα, η δομή του μυθιστορήματος καθορίζει κάθε φορά την έκταση.

3. Στις σελίδες της διλογίας συναντάμε πολλά και διαφορετικά πρόσωπα. Ποιο από αυτά τα πρόσωπα, από αυτούς τους ήρωες είναι ο αγαπημένος σας; Και ποιος σας ‘’ταλαιπώρησε’’, είτε ψυχολογικά, αφού απείχε πολύ από τον δικό σας ψυχισμό, είτε τεχνικά, να τον αποτυπώσετε στο χαρτί;

Ασφαλώς η αγαπημένη μου είναι η Άννα, η κεντρική ηρωίδα. Τη διαπερνά μια αύρα αρχαίας τραγωδίας, πρόσωπο ιδεατό και ταυτόχρονα οικείο, είναι σύμβολο δύναμης και ευαισθησίας συνάμα. Δε με ταιλαιπώρησε κάποιο ιδιαίτερα. Είναι όλοι και όλες πρόσωπα πλασμένα με φροντίδα πολύ πριν αρχίσουν να ζουν στις αράδες του βιβλίου.

4. Στην τετραλογία σας «Οι κόρες της λησμονιάς» μας παρουσιάσατε, μέσα από τα μάτια των μανάδων, μία από τις μελανότερες σελίδες της σύγχρονης Ιστορίας μας, την εμφύλια σύρραξη. Πιστεύετε πως οι Έλληνες έχουν διδαχθεί από τα λάθη του Εμφυλίου ή παρατηρείτε σήμερα συμπεριφορές που μπορεί να μας οδηγήσουν κάποτε σε παρόμοια μονοπάτια;

Δεν έχουν διδαχθεί από τον Εμφύλιο γιατί πολύ απλά δεν τον διδάχθηκαν. Στα σχολεία ούτε λόγος, δεν ξέρω γιατί, δεν ξέρω τι στρεβλή οπτική είναι αυτή, από πότε είναι κακό να διδάσκονται τα λάθη όταν είναι τοις πάση γνωστό πως και αυτά με τη σειρά τους μας διδάσκουν; Αυτή η πλήρης απουσία και η απόλυτη σιωπή της επίσημης πολιτείας στο συγκεκριμένο, πλέον τραγικό γεγονός της νεότερης Ιστορίας μας, ήταν ένας λόγος που αποφάσισα να αποτυπώσω λογοτεχνικά εκείνη τη μαύρη περίοδο.

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

Ο λόφος με τα αγριολούλουδα-Kimberley Freeman

       «Ο λόφος με τα αγριολούλουδα» της Kimberley Freeman είναι ένα καλογραμμένο, συγκινητικό, ανθρώπινο και ευαίσθητο βιβλίο! Παρά τον όγκο του, το διάβασα σε σύντομο χρονικό διάστημα καθώς η ενδιαφέρουσα υπόθεσή του, οι καλοσχηματισμένοι ήρωές του και η ανατρεπτική, θα έλεγα, πλοκή του δεν μου επέτρεψαν να το αφήσω από τα χέρια ούτε στιγμή.
     Η υπόθεση του βιβλίου τοποθετείται από την συγγραφέα χρονικά σε δυο περιόδους, στο 1929, όπου αναφέρεται η ιστορία της Μπέιτι, και στο 2009, όπου η εγγονή της, η Έμα, μας αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο την δική της ιστορία.
       Η Έμα, η αγαπημένη εγγονή της Μπέιτι, μετά το ατύχημα που της στέρησε την συνέχεια της καριέρας της στο μπαλέτο, αφήνει το Λονδίνο και επιστρέφει στο πατρικό της στην Αυστραλία. Εκεί η απρόσμενη κληρονομιά που δέχεται θα την οδηγήσει στην φάρμα που κάποτε διαχειριζόταν η γιαγιά της, στην φάρμα που το παρελθόν και τα οικογενειακά μυστικά φυλάσσονται καταχωνιασμένα εδώ και δεκαετίες περιμένοντας να βγουν στην επιφάνεια…. Η Έμα που έχει σκοπό να πουλήσει την φάρμα, το λόφο δηλαδή με τα αγριολούλουδα, μόλις φτάνει στο οίκημα επιδίδεται στον καθαρισμό του. Η γιαγιά της, βλέπετε, είχε την μανία να κρατά και να αποθηκεύει τα πάντα στο σπίτι της φάρμας. Κούτες, κούτες, κούτες…. Και μέσα σ’ αυτές τις κούτες βρίσκεται αποθηκευμένο και όλο το παρελθόν της Μπέιτι, όλα τα μυστικά και όλα τα συναισθήματα που κουβαλούσε καλά κρυμμένα μέσα της. Ανοίγοντας λοιπόν μία μία τις κούτες γυρίζει, μέσα από τα γράμματα της γιαγιάς της και τις κιτρινισμένες πλέον φωτογραφίες, στο 1929, εκεί δηλαδή που η Μπέιτι μένει έγκυος από τον Χένρι, τον παντρεμένο εραστή της, και διωγμένη από τους συντηρητικούς γονείς της αναγκάζεται να εγκαταλείψει μαζί με τον Χένρι την Γλασκόβη προκειμένου να φέρει στον κόσμο το παιδί τους. Στην Αυστραλία, στον νέο τόπο διαμονής, το ζευγάρι θα ζήσει φτωχικά, μιας και ο Χένρι δεν ξεχνά την παλιά του συνήθεια, αυτή της χαρτοπαιξίας, και με πολλές πολλές συγκρούσεις. Η Μπέιτι όμως αποφασίζει να σταθεί στα πόδια της και να διεκδικήσει, για χάρη της κόρης της Λούσι, μια ζωή αξιοπρεπής και χωρίς βία. Εγκαταλείπει τον Χένρι και με πολύ κόπο αλλά και τύχη αποκτά την φάρμα με τον λόφο των αγριολούλουδων….. Σ’ αυτή την φάρμα θα παλέψει με την επιβίωση, με τις κοινωνικές προκαταλήψεις της δεκαετίας του ’30 αλλά κυρίως με τον πόνο που θα νιώσει, όταν ο Χένρι και η νόμιμη σύζυγος του Μόλι θα προβούν στην σταδιακή και μεθοδευμένη απομάκρυνση της κόρης της Λούσι από το πλευρό της…. Σ’ αυτή την φάρμα όμως θα γνωρίσει και τον απόλυτο, μοναδικό έρωτα…. Ο Τσάρλι, ο Αβοριγίνας επιστάτη της, θα την γεμίσει με την αγάπη του, μια αγάπη που θα την ακολουθήσει στα επόμενα δύσκολα μονοπάτια της ζωής της, θα την ακολουθήσει έως το τέλος της….

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος - Noelle Baxer

Μέσα σε μια νύχτα η Σουλτάνα, η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου «Η νύχτα που γύρισε ο χρόνος», διηγείται την ιστορία της ζωής της, τους προβληματισμούς και τα διλήμματα που την στοιχειώνουν και την κρατούν δέσμια στο παρελθόν. Καθισμένη στον μισοσκότεινο καφενέ του Τούρκου ξαδέλφου της Σερχάτ στην Κερασούντα του Πόντου, μέσω του μακρύ μονολόγου της, γιατί περί μονολόγου πρόκειται μιας και απευθύνεται στον Σερχάτ χρησιμοποιώντας την ελληνική γλώσσα, η οποία και του είναι ακατανόητη, μας μιλά για την ιστορία της ζωής της, για το μεγάλωμά της από την γιαγιά Σουλτάνα, για το πόσο επηρεάστηκε η ζωή της από το χαρακτήρα της γιαγιάς της και τις εμπειρίες που τις κουβαλούσε και της τις κληροδότησε, για τις απώλειες ζωής, για τη σχέση της με τον μοναχικό, θα έλεγα, Λυκούργο καθώς και για την διαλεύκανση των δυο δολοφονιών που είχε αναλάβει ούσα αστυνομικός πριν φτάσει στον Πόντο για αυτή την εξομολόγηση.
Σκοπός αυτής της καταβύθισης στο παρελθόν και στα μύχια της ψυχής της είναι να καταφέρει η ηρωίδα μας, έως το τέλος της νύχτας, να βγει απελευθερωμένη από το επιφορτισμένο παρελθόν προκειμένου να πάρει σημαντικές αποφάσεις για το μέλλον της. Μόλις οι αχτίδες του ηλίου αγγίξουν την πλάση θα πρέπει λοιπόν να αφήσει πίσω της τις αφηγήσεις της γιαγιάς της για τις λευκές πορείες θανάτου, το εννιάχρονο κορίτσι που σ’ αυτές κουβαλούσε στους ώμους του το κουφάρι της μικρής αδερφής του, τα οικογενειακά μυστικά, την ανήθικη ιστορία του παππού της μα κυρίως τις τύψεις που νιώθει για την αθέτηση, όπως πιστεύει, του όρκου που έδωσε κάποτε στην γιαγιά της. Η μέρα που ξημερώνει άλλωστε είναι η ημέρα των γενεθλίων της…. Γίνεται πενήντα χρονών…. και είναι μια καλή ευκαιρία να ακολουθήσει την φύση του ανθρώπου που, όπως λέει και η ίδια, είναι ανατρεπτική. Θα καταφέρει άραγε να ανατρέψει και εκείνη όλα όσα αποτελούν τροχοπέδη στα μελλοντικά της βήματα; Αν ναι, η επόμενη μέρα, η μέρα, δηλαδή, μετά τη νύχτα που γύρισε τον χρόνο, θα αποτελέσει το έναυσμα για μια νέα και ουσιώδη αρχή.

       Το «Η νύχτα που γύρισε ο χρόνος» είναι ένα βιβλίο που, μέσα από τις ιστορίες των οικείων ηρώων του, δημιουργεί πολλά και διαφορετικά αισθήματα στον αναγνώστη! Πόνο για την Ιστορία των Ποντίων, συμπάθεια για την ανιδιοτελή στάση του Λυκούργου προς την σύζυγό του, τρυφερότητα για την σχέση της Σουλτάνας και του Λυκούργου, αγωνία για την αστυνομική έρευνα που υπάρχει στις σελίδες του, αγανάκτηση και αποτροπιασμό για την συμπεριφορά του παππού..... Ένα στοιχείο που μ’ άρεσε πάρα πολύ ήταν η εύστοχη σύγκριση του ξεριζωμού των Ποντίων με τους Μύριους του Ξενοφώντα καθώς και της συμπεριφοράς των δολοφόνων μ' αυτή των δυο ηρωιδών της αρχαίας τραγωδίας «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, της Αντιγόνης, δηλαδή, και της Ισμήνης αντίστοιχα. Τα αποσπάσματα που παραθέτει η συγγραφέας από το «Κύρου ανάβασις» και την «Αντιγόνη» ήταν χαρακτηριστικά και ατμοσφαιρικά δοσμένα!

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Έθιμα ταφής - Hannah Kent

Στο «Έθιμα ταφής» της Hannah Kent ο αναγνώστης μεταφέρεται στην Ισλανδία του 1829 και παρακολουθεί μέσω της ενδιαφέρουσας, εναλλασσόμενης, από τριτοπρόσωπη σε πρωτοπρόσωπη και αντίστροφα, αφήγησής του την ιστορία της Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, της τελευταίας, δηλαδή, γυναίκας που καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε δι’ αποκεφαλισμού στην Ισλανδία, τον Ιανουάριο του 1830.
Η Άγκνες, λοιπόν, καταδικάζεται σε θάνατο για την δολοφονία του εραστή της Νάταν Κέτιλσον και του Πέτουρ Γιόνσον, ο οποίος ήταν φίλος του Νάταν και βρίσκονταν στο υποστατικό του την ημέρα της δολοφονίας. Εωσότου όμως να εκτελεστεί η ποινή της, η Άγκνες μεταφέρεται στο υποστατικό του Νομαρχιακού Υπαλλήλου, Γιον Γιόνσον. Η υποδοχή που θα της επιφυλάξει η γυναίκα του Γιον, η Μαργκρέτ, και οι κόρες του, Λάουγκα και Στέινα, θα είναι ψυχρή καθώς ο τρόμος που έχει φωλιάσει μέσα τους για την φόνισσα τις έχει παραλύσει. Δεν μπορούν και δεν θέλουν να έρθουν σε επαφή με την στυγνή δολοφόνο που η φήμη της έχει ταξιδέψει σε όλη την πεδιάδα. Η μοναχικότητα όμως του χειμώνα καθώς και ο ιεροδιάκονος εφημέριος Τότι, ο οποίος έχει οριστεί πνευματικός της με σκοπό να την καθοδηγήσει στην μεταμέλεια κάτω από την χριστιανική καθοδήγησή του, θα φέρουν την Άγκνες και τα μέλη της οικογένειας πιο κοντά…. Η Άγκνες τότε θα ανοίξει την καρδιά της και θα μιλήσει για την δύσκολη ζωή της ως νόθο παιδί, για την αγάπη που πάντα ζητούσε και που πίστεψε τελικά πως την βρήκε στο πρόσωπο του Νάταν, για την προδοσία του, για την νύχτα του φονικού καθώς και για τα πρόσωπα που ενεπλάκησαν έμμεσα και άμεσα στο έγκλημα αυτό. Με την αναδρομική της αφήγηση θα φωτίσει τα κίνητρα, τις συγκυρίες αλλά και τους πραγματικούς θύτες και τα θύματα του διπλού αυτού φονικού που σε λίγους μήνες θα την οδηγήσει και την ίδια στο θάνατο....
Το «Έθιμα ταφής» είναι ένα καταπληκτικό βιβλίο με θεματολογία, αφήγηση, περιγραφές και ήρωες τέτοιους που προκαλούν το ενδιαφέρον της ανάγνωσης από την πρώτη κιόλας σελίδα του! Αυτό που μ’ άρεσε ιδιαίτερα ήταν η αφήγησή του, την οποία την βρήκα άκρως ενδιαφέρουσα, μιας και η συγγραφέας δεν αρκέστηκε μόνο στην περιγραφή των γεγονότων (τριτοπρόσωπη αφήγηση) αλλά έδινε πολύ συχνά τον λόγο, μέσω της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, στην ηρωίδα της, την Άγκνες, κάτι που, φυσικά, με βοήθησε να δω και να καταλάβω την ψυχοσύνθεσή της. Οι περιγραφές του φονικού, της εξομολόγησης και της αναμονής για την εκτέλεση στην στοργική, ερωτική, θα έλεγα, αγκαλιά του Τότι, δόθηκαν με τρόπο μεταδοτικό, λυρικό και κινηματογραφικό μεταφέροντας με στο χωροχρόνο τους αβίαστα. Σε όλη την έκταση του κειμένου υπήρχε ατμόσφαιρα,  μυστήριο και λυρισμός που παρέσερνε τον αναγνώστη στην συνέχεια της ανάγνωσης του. Τέλος η ροή του ήταν γρήγορη και καθόλου κουραστική.